intenso

intensa
in.ten.so
ĩˈtẽsu
adjetivo
έντονος
acrescentou água para cortar o intenso sabor a sal
πρόσθεσε νερό για να κόψει την έντονη γεύση αλατιού
aguentar mal o calor intenso
ανέχομαι δύσκολα την έντονη ζέστη
a luz intensa feria-me a vista
το έντονο φως ενοχλούσε τα μάτια μου
céu de um azul intenso
ουρανός σε έντονο γαλάζιο
do cadáver, desprendia-se um cheiro intenso a putrefação
από το κουφάρι, αναδιδόταν μια έντονη μυρωδιά αποσύνθεσης
esforços intensos
έντονες προσπάθειες
intensa atividade
έντονη δραστηριότητα
o trabalho intenso deu os seus frutos
η έντονη εργασία απέδωσε καρπούς
paixão duradoura e intensa
μακρόχρονο και έντονο πάθος
sentimentos intensos e inexprimíveis
έντονα και απερίγραπτα συναισθήματα
sentir intenso entusiasmo
αισθάνομαι έντονο ενθουσιασμό
Porto Editora – intenso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 03:46:42]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
campo magnético muito intenso
πολύ υψηλό μαγνητικό πεδίο
brilho intenso indireto / encandeamento indireto
έμμεση εκτυφλωτική λάμψη, έμμεση λάμψη
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
fator de mal-estar causado pelo brilho intenso
εκτυφλωτικός παράγοντας, παράγοντας ενοχλητικής λαμπρότητας
índice de mal-estar causado pelo brilho intenso
νόρμες που αναφέρονται στην λαμπρότητα
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
período de tráfego intenso
περίοδος αυξημένης κίνησης
região de sombra intenso
περιοχή έντονης σκιάς
VER +