MOMENTOS WOOK - 20% de desconto em todos os livros
favoritos
in.ten.soseparador fonéticaĩˈtẽsu
adjetivo
έντονος
acrescentou água para cortar o intenso sabor a sal
πρόσθεσε νερό για να κόψει την έντονη γεύση αλατιού
aguentar mal o calor intenso
ανέχομαι δύσκολα την έντονη ζέστη
a luz intensa feria-me a vista
το έντονο φως ενοχλούσε τα μάτια μου
céu de um azul intenso
ουρανός σε έντονο γαλάζιο
do cadáver, desprendia-se um cheiro intenso a putrefação
από το κουφάρι, αναδιδόταν μια έντονη μυρωδιά αποσύνθεσης
esforços intensos
έντονες προσπάθειες
intensa atividade
έντονη δραστηριότητα
o trabalho intenso deu os seus frutos
η έντονη εργασία απέδωσε καρπούς
paixão duradoura e intensa
μακρόχρονο και έντονο πάθος
sentimentos intensos e inexprimíveis
έντονα και απερίγραπτα συναισθήματα
sentir intenso entusiasmo
αισθάνομαι έντονο ενθουσιασμό

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • communications
    tráfego intenso
    el
    κίνηση μεγάλης πυκνότητας, έντονη κίνηση
  • electronics and electrical engineering
    desvanecimento intenso
    el
    ισχυρή διάλειψη
  • earth sciences
    brilho intenso indireto / encandeamento indireto
    el
    έμμεση εκτυφλωτική λάμψη, έμμεση λάμψη
  • mechanical engineering / building and public works
    piso de tráfego intenso
    el
    όροφος με έντονη κίνηση
  • communications
    região de sombra intenso
    el
    περιοχή έντονης σκιάς
  • land transport
    linha de tráfego intenso
    el
    γραμμή με μεγάλη κίνηση
  • industrial structures
    polimento intenso da flor
    el
    η πρώτη στιβάδα κάτω από την επιδερμίδα
  • communications
    período de tráfego intenso
    el
    περίοδος αυξημένης κίνησης
  • mechanical engineering / building and public works
    elevador de tráfico intenso
    el
    ανελκυστήρας έντονης χρήσεως
  • earth sciences
    campo magnético muito intenso
    el
    πολύ υψηλό μαγνητικό πεδίο
  • luvas de proteção contra calor intenso
    el
    μονωτικά γάντια προστασίας από τη θερμότητα
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    fator de mal-estar causado pelo brilho intenso
    el
    παράγοντας ενοχλητικής λαμπρότητας, εκτυφλωτικός παράγοντας
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    índice de mal-estar causado pelo brilho intenso
    el
    νόρμες που αναφέρονται στην λαμπρότητα
  • technology and technical regulations
    espetrómetro RMN de campo intenso para vários tipos de núcleos
    el
    φασματόμετρο πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού(ΠΜΣ)υψηλού πεδίου
  • medical science
    luz intensa pulsada / LIP
    el
    έντονο παλμικό φως
  • health
    irradiação aguda / exposição curta e intensa / exposição aguda
    el
    βραχυχρόνια οξεία ακτινοβόληση, βραχυχρόνια οξεία έκθεσις σε ακτινοβολία, οξεία ακτινοβόληση
  • ENVIRONMENT
    exploração agrícola intensa / exploração agrícola intensiva
    el
    εντατική καλλιέργεια
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – intenso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-20 22:24:25]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • communications
    tráfego intenso
    el
    κίνηση μεγάλης πυκνότητας, έντονη κίνηση
  • electronics and electrical engineering
    desvanecimento intenso
    el
    ισχυρή διάλειψη
  • earth sciences
    brilho intenso indireto / encandeamento indireto
    el
    έμμεση εκτυφλωτική λάμψη, έμμεση λάμψη
  • mechanical engineering / building and public works
    piso de tráfego intenso
    el
    όροφος με έντονη κίνηση
  • communications
    região de sombra intenso
    el
    περιοχή έντονης σκιάς
  • land transport
    linha de tráfego intenso
    el
    γραμμή με μεγάλη κίνηση
  • industrial structures
    polimento intenso da flor
    el
    η πρώτη στιβάδα κάτω από την επιδερμίδα
  • communications
    período de tráfego intenso
    el
    περίοδος αυξημένης κίνησης
  • mechanical engineering / building and public works
    elevador de tráfico intenso
    el
    ανελκυστήρας έντονης χρήσεως
  • earth sciences
    campo magnético muito intenso
    el
    πολύ υψηλό μαγνητικό πεδίο
  • luvas de proteção contra calor intenso
    el
    μονωτικά γάντια προστασίας από τη θερμότητα
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    fator de mal-estar causado pelo brilho intenso
    el
    παράγοντας ενοχλητικής λαμπρότητας, εκτυφλωτικός παράγοντας
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    índice de mal-estar causado pelo brilho intenso
    el
    νόρμες που αναφέρονται στην λαμπρότητα
  • technology and technical regulations
    espetrómetro RMN de campo intenso para vários tipos de núcleos
    el
    φασματόμετρο πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού(ΠΜΣ)υψηλού πεδίου
  • medical science
    luz intensa pulsada / LIP
    el
    έντονο παλμικό φως
  • health
    irradiação aguda / exposição curta e intensa / exposição aguda
    el
    βραχυχρόνια οξεία ακτινοβόληση, βραχυχρόνια οξεία έκθεσις σε ακτινοβολία, οξεία ακτινοβόληση
  • ENVIRONMENT
    exploração agrícola intensa / exploração agrícola intensiva
    el
    εντατική καλλιέργεια
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – intenso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-20 22:24:25]. Disponível em