interessado

interessada
in.te.res.sa.do
ĩtərəˈsadu
adjetivo
1.
που δείχνει ενδιαφέρον
aluno aplicado e interessado
μαθητής επιμελής και που δείχνει ενδιαφέρον
2.
που ενδιαφέρεται
jovem interessada nas civilizações antigas
νεαρή που ενδιαφέρεται για τους αρχαίους πολιτισμούς
3.
αποφασισμένος
interessado em acabar rapidamente os estudos
αποφασισμένος να τελειώσει σύντομα τις σπουδές του
nome masculino, feminino
ενδιαφερόμενος
a reforma esbarrou nos protestos dos interessados
η μεταρρύθμιση προσέκρουσε στις διαμαρτυρίες των ενδιαφερομέμων
ele é o mais interessado na questão
αυτός είναι ο κύριος ενδιαφερόμενος στο ζήτημα
estar interessado em
ενδιαφέρομαι για
ela estava interessada num colega
αυτή ενδιαφερόταν για ένα συμφοιτητή

ele não estava interessado na conversa
αυτός δεν ενδιαφερόταν για τη συζήτηση

estamos interessados na compra de um carro
ενδιαφερόμαστε για την αγορά ενός αυτοκινήτου
ser interessado
είμαι άνθρωπος με ενδιαφέροντα
SINÓNIMOS
VER +
interessado
forma do verbo interessar
particípio passado de interessar
Porto Editora – interessado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 01:40:14]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
partes interessadas
ενδιαφερόμενα μέρη
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
serviço interessado
υπηρεσία-αιτών
DIREITO
advogado designado para assistir o interessado
δικηγόρος που ορίζεται για να εκπροσωπήσει τον ενδιαφερόμενο
aprovar a escolha do interessado
εγκρίνω την επιλογή του ενδιαφερόμενου
notificação ao comprador bem como às empresas interessadas
κοινοποίηση προς τον αγοραστή και τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις
VER +