intimidar

in.ti.mi.dar
ĩtimiˈdar
verbo transitivo
1.
εκφοβίζω, φοβερίζω
ele engrossou a voz para me intimidar
αυτός βάρυνε τη φωνή του, για να με φοβερίσει
intimidar (alguém) por meio de ameaças
εκφοβίζω (κάποιον) με απειλές
2.
πτοώ
as adversidades não o intimidaram
δεν τον πτόησαν οι αντιξοότητες
3.
φέρνω σε αμηχανία, προκαλώ αμηχανία
era um meio que lhe era estranho, e que o intimidava
ήταν ένα άγνωστο περιβάλλον, που τον έφερνε σε αμηχανία
Porto Editora – intimidar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 04:17:24]. Disponível em