intrigar

in.tri.gar
ĩtriˈɡar
verbo intransitivo
1.
δολοπλοκώ, ραδιουργώ, μηχανορραφώ
intrigar para obter o poder
δολοπλοκώ για να πάρω την εξουσία
intrigar para prejudicar um colega
μηχανορραφώ για να βλάψω ένα συνάδελφο
2.
κουτσομπολεύω
intrigar contra um vizinho
κουτσομπολεύω ένα γείτονα
verbo transitivo
παραξενεύω, κινώ την περιέργεια
eu te direi o que mais me intrigou
θα σου πω τι με παραξένεψε περισσότερο
Porto Editora – intrigar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 05:32:26]. Disponível em