investigar

in.ves.ti.gar
ĩvəʃtiˈɡar
verbo transitivo
1.
ερευνώ, διερευνώ
cabe à polícia investigar o caso
εναπόκειται στην αστυνομία να ερευνήσει την υπόθεση
investigar os motivos dum acidente
διερευνώ τα αίτια ενός ατυχήματος
investigar um assunto a fundo
διερευνώ ένα θέμα σε βάθος
investigar um crime
ερευνώ ένα έγκλημα
2.
ερευνώ
investigaram ambos o mesmo tema, mas independentemente
και οι δύο ερεύνησαν το ίδιο ζήτημα, μα ανεξάρτητα
investigar fenómenos físicos
ερευνώ φυσικά φαινόμενα
Porto Editora – investigar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 20:41:45]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
Comissão PANA / Comissão de Inquérito para Investigar Alegadas Contravenções ou Má Administração na Aplicação do Direito da União relacionadas com o Branqueamento de Capitais e com a Elisão e a Evasão Fiscais / Comissão de Inquérito sobre o Branqueamento de Capitais, a Elisão e a Evasão Fiscais / comissão de inquérito sobre os documentos do Panamá
Εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση καταγγελλόμενων παραβιάσεων και περιπτώσεων κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή, Εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής, Εξεταστική επιτροπή σχετικά με τα «έγγραφα του Παναμά»