Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
ju.í.zoseparador fonéticaˈʒwizu
nome masculino
1.
κρίση feminino
esse juízo não tem base
αυτή η κρίση στερείται θεμελίων
formar um juízo sobre (alguém)
διαμορφώνω μια κρίση για (κάποιον)
formulou um juízo apressado e erróneo
εξέφρασε μια βιαστική και λανθασμένη κρίση
juízo acertado
συνετή κρίση
juízo categórico
κατηγορική κρίση
2.
σύνεση feminino
já é altura de teres mais juízo
είναι πλέον καιρός να έχεις περισσότερη σύνεση
ninguém o convence a ter juízo
κανείς δεν τον πείθει να δείχνει σύνεση
3.
λογικά neutro, plural, μυαλό neutro
não estás bom do juízo!
δεν είσαι στα λογικά σου!
4.
εκδίκαση feminino
levar a juízo uma causa
φέρνω μια υπόθεση σε εκδίκαση
5.
δικαστικό διαμέρισμα neutro
ganhar/tomar juízo
βάζω μυαλό, φρονιμεύω
ganha juízo!
βάλε μυαλό!
juízo!
φρόνιμα!
juízo de valor
αξιολόγηση
fazer juízos de valor
κάνω αξιολογήσεις
RELIGIÃO Juízo Final
Δευτέρα Παρουσία
moer o juízo (a alguém)
γίνομαι στενός κορσές (σε κάποιον)
(não) estar no seu perfeito juízo
(δεν) έχω σώας τας φρένας
perder o juízo
χάνω τα λογικά μου
ter juízo
είμαι φρόνιμος/συνετός

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • LAW / ECONOMICS / intellectual property
    estar em juízo
    el
    παρίσταμαι ενώπιον δικαστηρίου, είμαι διάδικος
  • UNO / legal system
    juízo de instrução
    el
    Τμήμα Προδικασίας
  • civil law
    chamamento a juízo
    el
    προσεπίκληση στη δίκη
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / ECONOMICS
    juiz / especialista
    el
    ειδικός κριτής, εμπειρογνώμων
  • legal profession
    juiz leigo
    el
    νομικοί και λαϊκοί δικαστές, λαίκός δικαστής
  • LAW
    juiz leigo / juiz não togado
    el
    νομικοί και λαϊκοί δικαστές
  • LAW
    juiz de paz
    el
    ειρηνοδίκης
  • Procedural law
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • EU institution / LAW / intellectual property
    juiz relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • LAW / European Union
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • LAW
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • Procedural law
    juiz suplente
    el
    αναπληρωτής δικαστής
  • Procedural law
    juiz singular
    el
    μονομελής σχηματισμός, μονομελές τμήμα
  • Procedural law
    juiz cessante
    el
    απερχόμενος δικαστής
  • EU law
    órgãos jurisdicionais da União Europeia / juiz da União
    el
    δικαιοδοτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • LAW
    juiz interino
    el
    αναπληρωτής δικαστής
  • legal profession / EU institution / operation of the Institutions / justice
    juiz cessante
    el
    απερχόμενος δικαστής
  • LAW
    juiz singular
    el
    μονομελές
  • LAW
    juiz singular
    el
    δυνατότητα του πρωτοδικείου να αποφαίνεται ως μονομελές
  • LAW
    funções de juiz
    el
    καθήκοντα δικαστή
  • Procedural law
    quórum de juízes
    el
    απαρτία δικαστών
  • Criminal law
    juiz de instrução criminal / juiz de instrução
    el
    ανακριτής
  • legal profession
    juiz de instrução
    el
    τακτικός ανακριτής, ανακριτής
  • EU institution / operation of the Institutions / justice
    mandato do juízes
    el
    περίοδος ασκήσεως καθηκόντων του δικαστή, περίοδος ασκήσεως των καθηκόντων του δικαστή
  • LAW
    juiz menos antigo
    el
    ο νεότερος δικαστής
  • LAW / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    juiz profissional
    el
    εξ επαγγέλματος δικαστής
  • Procedural law
    opinião de um juiz / opinião de cada um dos juízes
    el
    γνώμη δικαστή
  • Procedural law
    mandato dos juízes
    el
    περίoδoς της ασκήσεως των καθηκóντων τoυ δικαστή
  • LAW
    coletivo de juízes
    el
    πολυμελές δικαστήριο
  • LAW
    opinião dos juízes
    el
    γνώμη του δικαστή
  • Procedural law
    demissão de um juiz
    el
    απαλλαγή δικαστή από τα καθήκοντά του
  • Procedural law
    dispensa de um juiz
    el
    απαλλαγή δικαστή από την εκδίκαση υποθέσεως
  • EUROPEAN UNION / LAW
    o juiz do exequátur
    el
    το δικαστήριο εκδόσεως exequatur
  • Procedural law
    abstenção de um juiz
    el
    αποχή δικαστή από την εκδίκαση υποθέσεως
  • LAW
    quórum de três juízes
    el
    απαρτία τριών δικαστών
  • LAW
    quórum de sete juízes
    el
    απαρτία επτά δικαστών
  • LAW
    número ímpar de juízes
    el
    περιττός αριθμός δικαστών
  • LAW
    presença de sete juízes
    el
    παρουσία επτά δικαστών
  • LAW
    nacionalidade de um juiz
    el
    ιθαγένεια του δικαστή
  • Procedural law
    relatório do juiz-relator
    el
    έκθεση του εισηγητή δικαστή
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    relatório do juiz-relator
    el
    έκθεση του εισηγητή δικαστή
  • Procedural law
    ato de nomeação de um juiz / acto de nomeação de um juiz
    el
    πράξη διoρισμoύ δικαστή
  • EU institution / operation of the Institutions / justice
    ato de nomeação dos juízes
    el
    πράξη διορισμού του δικαστή
  • LAW
    designação do juiz-relator
    el
    καθορισμός του εισηγητή δικαστή
  • Criminal law
    detenção ordenada pelo juiz
    el
    N/A
  • financial institutions and credit
    abordagem assente em juízos
    el
    προσέγγιση που βασίζεται στην κριτική αξιολόγηση των ιστορικών δεδομένων
  • EUROPEAN UNION
    juiz do Tribunal de Justiça
    el
    δικαστής του Δικαστηρίου
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – juízo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-03-03 08:22:02]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada juízo

thumbnail gesto
ver

Provérbios

  • Barba não dá juízo.
  • Liberdade sem juízo é pólvora em mãos de menino.
  • Quando a cabeça não tem juízo, o corpo é que paga.
  • Quem canta na cama e assobia à mesa, o juízo pouco lhe pesa.
ver+
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • LAW / ECONOMICS / intellectual property
    estar em juízo
    el
    παρίσταμαι ενώπιον δικαστηρίου, είμαι διάδικος
  • UNO / legal system
    juízo de instrução
    el
    Τμήμα Προδικασίας
  • civil law
    chamamento a juízo
    el
    προσεπίκληση στη δίκη
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / ECONOMICS
    juiz / especialista
    el
    ειδικός κριτής, εμπειρογνώμων
  • legal profession
    juiz leigo
    el
    νομικοί και λαϊκοί δικαστές, λαίκός δικαστής
  • LAW
    juiz leigo / juiz não togado
    el
    νομικοί και λαϊκοί δικαστές
  • LAW
    juiz de paz
    el
    ειρηνοδίκης
  • Procedural law
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • EU institution / LAW / intellectual property
    juiz relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • LAW / European Union
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • LAW
    juiz-relator
    el
    εισηγητής δικαστής
  • Procedural law
    juiz suplente
    el
    αναπληρωτής δικαστής
  • Procedural law
    juiz singular
    el
    μονομελής σχηματισμός, μονομελές τμήμα
  • Procedural law
    juiz cessante
    el
    απερχόμενος δικαστής
  • EU law
    órgãos jurisdicionais da União Europeia / juiz da União
    el
    δικαιοδοτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • LAW
    juiz interino
    el
    αναπληρωτής δικαστής
  • legal profession / EU institution / operation of the Institutions / justice
    juiz cessante
    el
    απερχόμενος δικαστής
  • LAW
    juiz singular
    el
    μονομελές
  • LAW
    juiz singular
    el
    δυνατότητα του πρωτοδικείου να αποφαίνεται ως μονομελές
  • LAW
    funções de juiz
    el
    καθήκοντα δικαστή
  • Procedural law
    quórum de juízes
    el
    απαρτία δικαστών
  • Criminal law
    juiz de instrução criminal / juiz de instrução
    el
    ανακριτής
  • legal profession
    juiz de instrução
    el
    τακτικός ανακριτής, ανακριτής
  • EU institution / operation of the Institutions / justice
    mandato do juízes
    el
    περίοδος ασκήσεως καθηκόντων του δικαστή, περίοδος ασκήσεως των καθηκόντων του δικαστή
  • LAW
    juiz menos antigo
    el
    ο νεότερος δικαστής
  • LAW / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    juiz profissional
    el
    εξ επαγγέλματος δικαστής
  • Procedural law
    opinião de um juiz / opinião de cada um dos juízes
    el
    γνώμη δικαστή
  • Procedural law
    mandato dos juízes
    el
    περίoδoς της ασκήσεως των καθηκóντων τoυ δικαστή
  • LAW
    coletivo de juízes
    el
    πολυμελές δικαστήριο
  • LAW
    opinião dos juízes
    el
    γνώμη του δικαστή
  • Procedural law
    demissão de um juiz
    el
    απαλλαγή δικαστή από τα καθήκοντά του
  • Procedural law
    dispensa de um juiz
    el
    απαλλαγή δικαστή από την εκδίκαση υποθέσεως
  • EUROPEAN UNION / LAW
    o juiz do exequátur
    el
    το δικαστήριο εκδόσεως exequatur
  • Procedural law
    abstenção de um juiz
    el
    αποχή δικαστή από την εκδίκαση υποθέσεως
  • LAW
    quórum de três juízes
    el
    απαρτία τριών δικαστών
  • LAW
    quórum de sete juízes
    el
    απαρτία επτά δικαστών
  • LAW
    número ímpar de juízes
    el
    περιττός αριθμός δικαστών
  • LAW
    presença de sete juízes
    el
    παρουσία επτά δικαστών
  • LAW
    nacionalidade de um juiz
    el
    ιθαγένεια του δικαστή
  • Procedural law
    relatório do juiz-relator
    el
    έκθεση του εισηγητή δικαστή
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    relatório do juiz-relator
    el
    έκθεση του εισηγητή δικαστή
  • Procedural law
    ato de nomeação de um juiz / acto de nomeação de um juiz
    el
    πράξη διoρισμoύ δικαστή
  • EU institution / operation of the Institutions / justice
    ato de nomeação dos juízes
    el
    πράξη διορισμού του δικαστή
  • LAW
    designação do juiz-relator
    el
    καθορισμός του εισηγητή δικαστή
  • Criminal law
    detenção ordenada pelo juiz
    el
    N/A
  • financial institutions and credit
    abordagem assente em juízos
    el
    προσέγγιση που βασίζεται στην κριτική αξιολόγηση των ιστορικών δεδομένων
  • EUROPEAN UNION
    juiz do Tribunal de Justiça
    el
    δικαστής του Δικαστηρίου
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – juízo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-03-03 08:22:02]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais