julgar

jul.gar
ʒuɫˈɡar
verbo transitivo
1.
δικάζω, εκδικάζω
a incompetência dum tribunal para julgar um processo
η αναρμοδιότητα ενός δικαστηρίου για να δικάσει μια υπόθεση
julgar um caso
εκδικάζω μια υπόθεση
2.
δικάζω
o juiz julgou o réu
ο δικαστής δίκασε τον κατηγορούμενο
ser julgado por burla
δικάζομαι για απάτη
3.
κρίνω
ele está sempre a julgar os outros
αυτός κρίνει συνέχεια τους άλλους
não julgues para não seres julgado
μην κρίνεις για να μην κριθείς
nunca julga as pessoas pelo seu exterior
ποτέ δεν κρίνει τους ανθρώπους από το παρουσιαστικό τους
4.
νομίζω, πιστεύω, φαντάζομαι
julgas que me podes embarretar?
νομίζεις ότι μπορείς να με γελάσεις;
julgo que deves inteirar o teu chefe da tua decisão
νομίζω πως οφείλεις να ενημερώσεις τον προϊστάμενό σου για την απόφασή σου
julgo que era outra a sua intenção
πιστεύω πως άλλη ήταν η πρόθεσή του
julgo que se engana
νομίζω πως πλανιέστε
não julgo que isso seja possível
δεν πιστεύω αυτό να είναι εφικτό
não julgues que ele te vai ajudar
μη φανταστείς ότι αυτός θα σε βοηθήσει
5.
θεωρώ, λογαριάζω [για]
julgava-o meu amigo, mas desiludi-me
τον θεωρούσα φίλο μου, μα απογοητεύτηκα
a julgar por
κρίνοντας από
julgo que sim/não
νομίζω πως ναι/όχι
Porto Editora – julgar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 08:20:57]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
instância competente para julgar os magistrados pertencentes à mais alta jurisdição nacional
αρμόδια αρχή η οποία δικάζει τους δικαστές που ανήκουν στο ανώτατο εθνικό δικαστήριο
julgar certas categorias de causas
εκδικάζω ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων
julgar pela sessão plenária
εκδικάζομαι από την ολομέλεια
DIREITO, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
Tribunal Internacional para Julgar as Pessoas Responsáveis por Violações Graves ao Direito Internacional Humanitário Cometidas no Território da Ex-Jugoslávia desde 1991 / Tribunal Penal Internacional para a Ex-Jugoslávia
Διεθνές Δικαστήριο για την Ποινική Δίωξη των Προσώπων που Ευθύνονται για τη Διάπραξη Σοβαρών Παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο Εδαφος της Πρώην Γιουγκοσλαβίας, Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία
UNIÃO EUROPEIA
julgar em primeira e última instância
δικάζω σε πρώτο και τελευταίο βαθμό
a morte presumida tiver sido declarada por sentença com trânsito em julgado
η εξαφάνιση εκηρύχθη με δικαστική απόφαση που αποτελεί δεδικασμένο
VER +