juntar

jun.tar
ʒũˈtar
verbo transitivo
1.
ενώνω
juntei a minha voz aos seus protestos
ένωσα τη φωνή μου στις διαμαρτυρίες τους
juntem os vossos esforços, dará mais resultado!
ενώστε τις προσπάθειές σας, θα έχετε καλύτερο αποτέλεσμα!
juntou as palmas das mãos, num gesto de súplica
ένωσε τις παλάμες του, σε μια κίνηση ικεσίας
juntou dois pedaços de guita, para atar o embrulho
ένωσε δύο κομμάτια σχοινί, για να δέσει το δέμα
2.
μαζεύω, συγκεντρώνω
a vinda daquele ator juntou muita gente no aeroporto
ο ερχομός εκείνου του ηθοποιού συγκέντρωσε πολύ κόσμο στο αεροδρόμιο
bar que junta muitos clientes
μπαρ που μαζεύει πολλούς θαμώνες
juntar fundos para os refugiados
συγκεντρώνω πόρους για τους πρόσφυγες
juntar limalha de ferro com um íman
συγκεντρώνω ρινίσματα σιδήρου μ' ένα μαγνήτη
juntei alguma roupa para a viagem
μάζεψα μερικά ρούχα για το ταξίδι
juntou alguns ingredientes e resolveu cozinhar alguma coisa
μάζεψε μερικά υλικά και αποφάσισε να μαγειρέψει κάτι
juntou os gravetos numa pilha, e deitou-lhes fogo
μάζεψε τα ξυλάκια σ' ένα σωρό, και τους έβαλε φωτιά
juntou os papéis e abalou
μάζεψε τα χαρτιά του κι έφυγε
nos anos, ela juntou os amigos e ofereceu-lhes um jantar
στα γενέθλειά της, μάζεψε τους φίλους της και τους τραπέζωσε
3.
προσθέτω [a, σε]
juntar a epacta ao ano lunar
προσθέτω τις επακτές μέρες στο σεληνιακό έτος
juntar um sufixo à raiz duma palavra
προσθέτω ένα επίθεμα στη ρίζα μιας λέξης
juntei os ovos ao açúcar
πρόσθεσα τα αυγά στη ζάχαρη
juntou água ao molho
πρόσθεσε νερό στη σάλτσα
4.
συλλέγω
juntar selos/moedas
συλλέγω γραμματόσημα/νομίσματα
5.
μαζεύω, αποταμιεύω
fazes bem em juntar alguns cobres para a velhice
καλά κάνεις και αποταμιεύεις λίγα χρήματα για τα γεράματα
juntar dinheiro para a compra duma casa
μαζεύω χρήματα για την αγορά σπιτιού
6.
συνδυάζω [a, με], συνταιριάζω [a, με]
líder que junta a determinação ao poder de adaptação
αρχηγός που συνδυάζει την αποφασιστικότητα με την ευελιξία
pessoa que junta a beleza à inteligência
άνθρωπος που συνδυάζει την ομορφιά με την εξυπνάδα
7.
ενώνω, συνδέω
a ponte que junta as duas margens do rio
η γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού
há uma passagem interna que junta um edifício ao outro
υπάρχει ένα εσωτερικό πέρασμα που συνδέει το ένα κτίριο με το άλλο
juntar o gesto à palavra
κάνω πράξη τα λόγια μου
juntar os trapos
αποφασίζω να παντρευτώ/να συζώ με κάποιον
juntar o útil ao agradável
το περπνόν μετά του ωφελίμου
juntar uns tostões
κάνω λίγες οικονομίες
Porto Editora – juntar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 11:01:06]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
Secretário de Estado junto do Ministro da Integração, encarregada dos bairros com dificuldades
Υφυπουργός παρά τω Υπουργώ Κοινωνικής Ενσωμάτωσης, υπεύθυνη για τις προβληματικές συνοικίες
junta de freguesia
Κοινοτική Εκτελεστική Επιτροπή, Συνοικιακή Εκτελεστική Επιτροπή
Junta Regional
Περιφερειακό Εκτελεστικό Συμβούλιο
ATIVIDADE POLÍTICA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
junta executiva
Εκτελεστική Επιτροπή
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS
Gabinete Nacional de Auditorias / Junta Nacional paras as Reclamações sobre Contratos Públicos
Εθνικό Συμβούλιο Κρατικών Προμηθειών, Εθνικό Συμβούλιο Προσφυγών επί Δημοσίων Συμβάσεων
VER +