lançar-se

verbo pronominal
1.
ρίχνομαι
então, ele lançou-se numa correria
τότε, αυτός ρίχτηκε σε μια τρεχάλα
lançar-se nos braços (de alguém)
ρίχνομαι στην αγκαλιά (κάποιου)
lancei-me para cima do colchão
ρίχτηκα πάνω στο στρώμα
lançou-se à água
ρίχτηκε στο νερό
2.
ρίχνομαι, εφορμώ, ορμώ, χυμάω, ξεχύνομαι, ξαμολιέμαι, αμολιέμαι
as tropas lançaram-se ao contra-ataque
τα στρατεύματα ρίχτηκαν σε αντεπίθεση
lançámo-nos sobre a ala esquerda do inimigo
εφορμήσαμε κατά του αριστερού κέρατος του εχθρού
lançou-se contra mim
ρίχτηκε πάνω μου
o seu primeiro impulso foi lançar-se sobre o outro
η πρώτη του παρόρμηση ήταν να ριχτεί πάνω στον άλλο
os piratas lançaram-se à abordagem
οι πειρατές ρίχτηκαν στο ρεσάλτο
os sabujos lançaram-se atrás da presa
τα ζαγάρια ξαμολύθηκαν πίσω από το θήραμα
todos os jogadores se lançaram ao ataque
όλοι οι παίκτες ξεχύθηκαν στην επίθεση
3.
ρίχνομαι [em, σε], αφοσιώνομαι [em, σε]
lançar-se ao trabalho
ρίχνομαι στη δουλειά
lançar-se a uma empresa
αφοσιώνομαι σ' ένα εγχείρημα
4.
ρίχνομαι, εμπλέκομαι
lançou-se numa empresa arriscada
ρίχτηκε σ' ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα
5.
εμπλέκομαι
o nome de família ajudou-o a lançar-se na política
το οικογενειακό όνομα τον βοήθησε να εμπλακεί στην πολιτική
Porto Editora – lançar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-18 18:58:56]. Disponível em