lançar

lan.çar
lɐ̃ˈsar
verbo transitivo
1.
ρίχνω
a guerra lançou-os na miséria
ο πόλεμος τους έριξε στην ένδεια
antes de sair, lançou um casaco sobre os ombros
προτού βγει, έριξε μια ζακέτα στους ώμους
a seca lançou muitos camponeses na pobreza
η ξηρασία έριξε πολλούς αγρότες στην ανέχεια
às vezes, lança umas ideias jeitosas
καμιά φορά, ρίχνει μερικές καλές ιδέες
lançar as culpas sobre (alguém)
ρίχνω το φταίξιμο σε (κάποιον)
lançar as redes ao mar
ρίχνω τα δίκτυα στη θάλασσα
lançar o dardo/disco
DESPORTO ρίχνω το ακόντιο/δίσκο
lançar os dados
ρίχνω τα ζάρια
lançar sementes à terra
ρίχνω σπόρους στο χώμα
lançar tropas frescas na batalha
ρίχνω ξεκούραστα στρατεύματα στη μάχη
lançaste a bola contra a parede
έριξες τη μπάλα στον τοίχο
lancei a pergunta, sem me dirigir a ninguém em especial
έριξα την ερώτηση, χωρίς να απευθυνθώ ιδιαίτερα σε κανένα
lançou-me um olhar comovido
μου έριξε ένα συγκινημένο βλέμμα
não te quero lançar nesta aventura
δεν θέλω να σε ρίξω σε τούτη την περιπέτεια
2.
ρίχνω, εκτοξεύω, εκσφενδονίζω, εξακοντίζω
lançou a pedra com toda a força
εκσφενδόνισε την πέτρα με όλη του τη δύναμη
lançou o dardo contra o inimigo
έριξε το ακόντιο ενάντια στον εχθρό
3.
ρίχνω, εκτοξεύω, εξαπολύω, εκτινάσσω
lançar foguetes
εκτοξεύω βεγγαλικά
lançar torpedos
εκτοξεύω τορπίλες
lançar um míssil
εξαπολύω μια ρουκέτα
o carvão incandescente lançava fagulhas
το πυρωμένο κάρβουνο εκτόξευε σπίθες
4.
ρίχνω, πετώ
a força do embate lançou-nos ao chão
η δύναμη της πρόσκρουσης μας πέταξε κάτω
lançar bombas
ρίχνω βόμβες
lançou o lixo na cova
έριξε τα σκουπίδια στο λάκκο
o cavalo lançou o cavaleiro ao chão
το άλογο έριξε κάτω τον ιππέα
5.
εξαπολύω, εξακοντίζω, εκτοξεύω
lançar acusações contra (alguém)
εξαπολύω κατηγορίες ενάντια σε (κάποιον)
lançar injúrias
εξακοντίζω βρισιές
lançar uma indireta
ρίχνω μια σπόντα
6.
ρίχνω, αμολάω coloquial, ξαμολάω coloquial
lançou todos os polícias na caça ao assassino
ξαμόλησε όλους τους αστυνομικούς στην αναζήτηση του φονιά
7.
εξαπολύω
o inimigo lançou uma contraofensiva
ο εχθρός εξαπόλυσε αντεπίθεση
8.
βγάζω
aterrorizada, lançou um grito
τρομοκρατημένη, έβγαλε μια φωνή
9.
βγάζω, αναδίδω, αποπνέω
a chaminé lançava o fumo para o ar
η καμινάδα απόπνεε καπνό στον αέρα
as rosas lançavam um doce perfume
τα τριαντάφυλλα ανέδιδαν ένα γλυκό άρωμα
lançar vapor
βγάζω ατμό
10.
σπείρω
conseguiu lançar o medo entre a população
κατάφερε να σπείρει το φόβο ανάμεσα στον πληθυσμό
o seu intuito era lançar a confusão nos espíritos
ο σκοπός του ήταν να σπείρει τη σύγχυση στα πνεύματα
11.
λανσάρω
invenção que lançou uma nova era
εφεύρεση που λάνσαρε μια νέα εποχή
lançar uma moda
λανσάρω μια μόδα
12.
λανσάρω, προβάλλω
lançar um jovem artista
προβάλλω ένα νέο καλλιτέχνη
lançar um novo modelo de automóvel
λανσάρω ένα νέο μοντέλο αυτοκινήτου
13.
λανσάρω, παρουσιάζω
lançar uma ideia
λανσάρω μια ιδέα
lançar um projeto
λανσάρω ένα σχέδιο
14.
παρουσιάζω
lançar um filme
παρουσιάζω μια ταινία
lançar um livro
παρουσιάζω ένα βιβλίο
15.
κάνω
lançou o apelo a organismos não governamentais
έκανε έκκληση σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς
16.
βάζω, επιβάλλω
lançar impostos
επιβάλλω φόρους
lançar taxas sobre as importações
βάζω τέλη στις εισαγωγές
17.
μπάζω figurado
o título de 'miss' lançou-a no mundo do cinema
ο τίτλος της 'σταρ' την έμπασε στον κόσμο του κινηματογράφου
18.
δημοσιολογώ, κοινολογώ
lançar um aviso
δημοσιολογώ ένα ανακοινωθέν
lançar um boato
κοινολογώ μια φήμη
19.
(comércio) καταχωρώ, εγγράφω
lançar uma despesa num livro de contabilidade
καταχωρώ έξοδο σε λογιστικό βιβλίο
lançar uma verba em conta
καταχωρώ ποσό σε λογαριασμό
20.
καταχωρώ, γράφω
lançar apontamentos numa folha de papel
γράφω σημειώσεις σ' ένα φύλλο χαρτί
lançar em ata
καταχωρώ στα πρακτικά
21.
κάνω γνωστό
o sucesso do livro foi suficiente para lançar o autor
η επιτυχία του βιβλίου ήταν αρκετή για να κάνει γνωστό το συγγραφέα
verbo intransitivo
κάνω εμετό
NÁUTICA lançar à água
καθελκύω
figurado lançar às feras
ρίχνω στα θηρία, κάνω αποδιοπομπαίο τράγο
lançar as mãos a
πιάνω από
foi-se ao outro e lançou-lhe as mãos à garganta
χύμηξε πάνω στον άλλο, και τον έπιασε από το λαρύγγι
lançar as vistas sobre (alguém/alguma coisa)
έχω βλέψεις πάνω σε (κάποιον/κάτι), βάζω στο μάτι (κάποιον/κάτι)
lançar em rosto
ρίχνω κατά πρόσωπο
NÁUTICA lançar ferro
ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ
lançar fogo a
βάζω φωτιά σε
lançar fora
πετώ
lançou fora a beata
πέταξε το αποτσίγαρο
lançar luz sobre
ρίχνω φως, διαφωτίζω
novas descobertas lançaram luz sobre a questão
νέες αποκαλύψεις έριξαν φως στο ζήτημα
lançar mão de
ανατρέχω σε
lançar mão de todos os meios
ανατρέχω σε όλα τα μέσα

lançou mão de vários estratagemas
ανέτρεξε σε διάφορα στρατηγήματα
figurado lançar o barro à parede
κάνω τα αδύνατα δυνατά
figurado lançar poeira nos olhos de (alguém)
ρίχνω σκόνη στα μάτια (κάποιου)
lançar por terra
1.
ρίχνω κάτω
lancei-o facilmente por terra
τον έριξα εύκολα κάτω
2.
figurado γκρεμίζω
lançar por terra as esperanças (de alguém)
γκρεμίζω τις ελπίδες (κάποιου)
lançar raízes
ριζώνω, ριζοβολώ
lançar rebentos
ρίχνω/πετώ βλαστάρια
lançar uma nave espacial
εκτοξεύω διαστημόπλοιο
figurado lançar um véu sobre
αποσιωπώ, κουκουλώνω
ANAGRAMAS
Porto Editora – lançar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 02:02:26]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
sementeira a lanço
σπορά στα πεταχτά
arpão mecanizado lançado por espingarda
ψαροντούφεκο
arpão mecanizado lançado por canhão
πυροβόλο με καμάκι
ATIVIDADE POLÍTICA
faca de lançar
εκτοξευόμενο μαχαίρι
míssil de cruzeiro lançado do ar
πύραυλος Κρουζ που εκτοξεύεται από αεροσκάφος
míssil de cruzeiro lançado de terra
πύραυλος Κρουζ εδάφους, πύραυλος Κρουζ που εκτοξεύεται από το έδαφος
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
lançar os concursos
αρχίζω τη διαδικασία προσκλήσεως υποβολής προσφορών
VER +