largueza

lar.gue.za
lɐrˈɡezɐ
nome feminino
1.
πλατύτητα, ευρύτητα
apreciar a largueza duma rua
θαυμάζω την πλατύτητα ενός δρόμου
largueza de espaço
πλατύτητα χώρου
2.
figurado ευρύτητα
examinar uma questão em toda a sua largueza
εξετάζω ένα ζήτημα σ' όλη του την ευρύτητα
3.
άνεση
viver com largueza
ζω με άνεση
4.
σπατάλη
gastar com largueza
ξοδεύω με σπατάλη
5.
απλοχεριά, γενναιοδωρία
ajudar (alguém) com largueza
βοηθώ (κάποιον) με γενναιοδωρία
largueza de espírito
ευρύτητα σκέψης, ευρύνοια
Porto Editora – largueza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 12:58:02]. Disponível em