lembrar

lem.brar
lẽˈbrar
verbo transitivo
1.
θυμάμαι, θυμούμαι, αναπολώ, αναθυμάμαι literário, ενθυμούμαι literário
lembrámos os anos de escola
θυμηθήκαμε τα χρόνια του σχολείου
lembrar um amigo ausente
αναπολώ ένα φίλο που λείπει
lembro sempre com saudade aqueles dias
αναθυμάμαι πάντα με νοσταλγία εκείνες τις ημέρες
2.
θυμίζω
aquelas palavras lembraram-lhe o pai
εκείνα τα λόγια του θύμισαν τον πατέρα του
não te quero lembrar coisas tristes
δεν θέλω να σου θυμίσω άσχημα πράγματα
uma cara que me lembra alguém conhecido
ένα πρόσωπο που μου θυμίζει κάποιον γνωστό
3.
θυμίζω, υπενθυμίζω, ενθυμίζω literário
cabe aqui lembrar que...
αρμόζει εδώ να θυμίσουμε ότι...
foi ele quem me lembrou que hoje são os anos da Lena
αυτός μου θύμισε ότι σήμερα είναι τα γενέθλια της Λένας
lembro-te que amanhã não podes faltar
σου υπενθυμίζω ότι αύριο δεν μπορείς να λείψεις
lembrou ao amigo que eram horas de partir
υπενθύμισε στον φίλο του ότι ήταν ώρα να φύγουν
pediste para eu te lembrar que...
μου ζήτησες να σου υπενθυμίσω ότι...
tu lembraste ao Pedro o compromisso assumido
εσύ υπενθύμισες στον Πέτρο τη δέσμευση που είχε αναλάβει
essa não lembra ao diabo!
αυτό δεν περνάει από κανενός το μυαλό!, αυτό είναι από τ' άγραφα!
fazer lembrar (alguma coisa)
υπενθυμίζω (κάτι)
Porto Editora – lembrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 12:32:16]. Disponível em