levantar

le.van.tar
ləvɐ̃ˈtar
verbo transitivo
1.
σηκώνω
levanta bem a perna!
σήκωσε καλά το πόδι σου!
levantei a menina e sentei-a numa cadeira
σήκωσα το κοριτσάκι και το κάθισα σε μια καρέκλα
levantei uma ponta do lençol
σήκωσα μια άκρη του σεντονιού
levantou o livro, para ver se a disquete estava por baixo
σήκωσε το βιβλίο, για να δει αν η δισκέτα ήταν από κάτω
o telefone tocou e ele levantou o auscultador
το τηλέφωνο χτύπησε και αυτός σήκωσε το ακουστικό
uma rabanada de vento levantou as folhas caídas
μια ριπή αέρα σήκωσε τα πεσμένα φύλλα
2.
σηκώνω, πιάνω
levantou o alguidar com a roupa e foi estendê-la
έπιασε τη λεκάνη με τα ρούχα, και πήγε να τα απλώσει
levantou o livro que tinha caído
σήκωσε το βιβλίο που είχε πέσει
3.
σηκώνω, υψώνω, ανυψώνω
levantar a cabeça
σηκώνω το κεφάλι μου
levantei os olhos ao céu
ανύψωσα τα μάτια μου στον ουρανό
levantou o braço para defender a cara
σήκωσε το ένα χέρι για να προστατέψει το πρόσωπο
4.
σηκώνω, υψώνω
fincou bem os pés antes de levantar o haltere
στερέωσε καλά τα πόδια του προτού σηκώσει τον αλτήρα
levantar pesos
σηκώνω βάρη
5.
σηκώνω, ξυπνώ
a que horas queres que te levante?
τι ώρα θέλεις να σε σηκώσω;
6.
σηκώνω, υψώνω, ανεγείρω, εγείρω, ορθώνω
estão a pensar levantar aqui um monumento
σκέφτονται να ανεγείρουν εδώ ένα μνημείο
levantar uma parede
σηκώνω έναν τοίχο
7.
λύνω, αίρω
levantar um bloqueio/cerco
λύνω αποκλεισμό/πολιορκία
8.
αίρω, αναιρώ
levantar uma proibição
αίρω μια απαγόρευση
9.
σηκώνω, τραβώ, παίρνω
levantar dinheiro da conta
σηκώνω χρήματα από το λογαριασμό
10.
παραλαμβάνω
foi ao correio levantar uma carta registada
πήγε στο ταχυδρομείο να παραλάβει μια συστημένη επιστολή
11.
απομακρύνω, παίρνω
depois do exame, o corpo foi levantado do local do acidente
μετά την εξέταση, το πτώμα απομακρύνθηκε από το σημείο του ατυχήματος
12.
ξεθάβω
levantar a ossada (de alguém)
ξεθάβω τα οστά (κάποιου)
13.
ξεσηκώνω, εξεγείρω
foram eles que levantaram os militares contra o regime
αυτοί ξεσήκωσαν τους στρατιωτικούς ενάντια στο καθεστώς
14.
εγείρω, γεννώ, προξενώ
aquela atitude levantou dúvidas entre os presentes
εκείνη η στάση γέννησε απορίες ανάμεσα στους παριστάμενους
decisão que levantou uma onda de protestos
απόφαση που ήγειρε ένα κύμα διαμαρτυριών
levantar suspeitas
εγείρω υποψίες
uma alegação que levantou objeções
ένας ισχυρισμός που γέννησε αντιρρήσεις
15.
εγείρω, ανακινώ
levantar uma questão/um problema
εγείρω ένα ζήτημα/πρόβλημα
16.
προβάλλω, διατυπώνω
é altura de levantar hipóteses
καιρός είναι να προβληθούν υποθέσεις
17.
εγείρω
levantar acusações
εγείρω κατηγορίες
levantar uma ação judicial
εγείρω δικαστική αγωγή
18.
υψώνω
levantar a voz
υψώνω τη φωνή μου
levantar o som da televisão
υψώνω τον ήχο της τηλεόρασης
19.
σηκώνω, μαζεύω
levantar uma bainha
σηκώνω ένα στρίφωμα
20.
καταγράφω
levantar dados
καταγράφω στοιχεία
21.
τοπογραφώ
levantar terreno
τοπογραφώ έδαφος
22.
ξετρυπώνω
levantar a caça
ξετρυπώνω θηράματα
verbo intransitivo
1.
σηκώνομαι
o capot do carro amachucou-se e levantou um bocado
το καπό του αυτοκινήτου στραπατσαρίστηκε και σηκώθηκε λίγο
2.
ξανοίγω, ξαστερώνω
o tempo está a levantar
ο καιρός ξανοίγει
3.
απογειώνομαι
o avião teve alguma dificuldade em levantar
το αεροπλάνο είχε κάποια δυσκολία στο να απογειωθεί
levantar a bitola
αυξάνω τις απαιτήσεις
figurado levantar a cabeça
αφήνω πίσω
aquele fracasso custou-me, mas vou levantar a cabeça e seguir em frente
εκείνη η αποτυχία μου στοίχισε, μα θα το αφήσω πίσω και θα συνεχίσω
figurado levantar a grimpa
1.
σηκώνω κεφάλι/μπαϊράκι
2.
κορδώνομαι
figurado levantar a lebre
ανακινώ ένα καυτό ζήτημα
levantar a mesa
σηκώνω το τραπέζι
figurado levantar cabelo
έχω λυτό/αμολώ το ζωνάρι μου για καβγά
levantar falsos testemunhos
συκοφαντώ, διαβάλλω
levantar ferro
σηκώνω άγκυρα
levantar fervura
αρχίζω να βράζω
TEATRO levantar o pano
σηκώνω/ανοίγω την αυλαία
levantar voo
απογειώνομαι, υψώνομαι
figurado não levantar um dedo
δεν σηκώνω ούτε το δαχτυλάκι μου
ANAGRAMAS
Porto Editora – levantar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 18:20:10]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
máquina de levantar beterrabas
μηχάνημα υπεργέρσεως των τεύτλων
içar o ferro / levantar a âncora / suspender o ferro
ανασπώ άγκυρα, βιράρω άγκυρα(κν.), σηκώνω άγκυρα
arraste elevado / arrasto levantado
ημιεναέρια μέθοδος μετατοπίσεως ή μετατόπισις με υπερυψωμένη την κεφαλή του κορμοτεμαχίου
ATIVIDADE POLÍTICA
Estado Islâmico / Estado Islâmico do Iraque / Estado Islâmico do Iraque e do Levante
Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Μεγάλης Συρίας, Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Ανατολής, Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε, η Ντάες
Frente Al-Nusra / Frente da Vitória / Frente de Apoio ao Povo do Levante
Μέτωπο Αλ-Νούσρα, Τζαμπάτ Φατάχ αλ Σαμ
CIÊNCIAS
desenhar os pontos e levantar
αποτυπώνω, χαρτογραφώ
VER +