libertar

li.ber.tar
libərˈtar
verbo transitivo
1.
ελευθερώνω
abriu a gaiola, e libertou o pássaro
άνοιξε το κλουβί, και ελευθέρωσε το πουλί
aquela lei libertou todos os escravos
εκείνος ο νόμος ελευθέρωσε όλους τους δούλους
libertei o cão da corrente que o prendia
ελευθέρωσα το σκυλί από την αλυσίδα που το έδενε
o regime libertou os presos políticos
το καθεστώς ελευθέρωσε τους πολιτικούς κρατούμενος
2.
απελευθερώνω
ação que visava libertar os reféns
επιχείρηση που αποσκοπούσε στο να απελευθερώσει τους ομήρους
libertar um povo da opressão estrangeira
απελευθερώνω ένα λαό από την ξένη καταπίεση
reação química que liberta calor
χημική αντίδραση που απελευθερώνει θερμότητα
resolveu libertar todos os seus escravos
αποφάσισε να απελευθερώσει όλους τους δούλους του
3.
ελευθερώνω, απαλλάσσω
libertar (alguém) duma ideia fixa
ελευθερώνω (κάποιον) από μια εμμονή
libertar um terreno de uma hipoteca
ελευθερώνω οικόπεδο από υποθήκη
4.
απαλλάσσω, αποδεσμεύω
libertar (alguém) dum compromisso
απαλλάσσω (κάποιον) από δέσμευση
libertei-o do pagamento de juros
τον απάλλαξα από την πληρωμή τόκων
5.
απαλλάσσω
libertar (alguém) de uma carga pesada
απαλλάσσω (κάποιον) από ένα βαρύ φορτίο
6.
αφήνω ελεύθερο
liberta esses sentimentos recalcados!
άφησε ελεύθερα τα καταπιεσμένα συναισθήματά σου!
libertar a imaginação
αφήνω ελεύθερη την φαντασία μου
7.
βγάζω, αφήνω
as flores libertavam um aroma agradável
τα λουλούδια έβγαζαν μια ευχάριστη μυρωδιά
Porto Editora – libertar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 17:17:07]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
absorvente libertado termicamente
θερμικά ελευθερούμενος απορροφητής
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
libertar um circuito
απελευθερώνω το κύκλωμα
libertar uma comunicação
διεκπεραιώνω επικοινωνία
facilidade de conexão quando liberta
δυνατότητα σύνδεσης ελεύθερης γραμμής
INDÚSTRIA
gás libertado durante a carga
αέριο εκπεμπόμενο κατά τη φόρτωση
Em contacto com a água liberta gases que se podem inflamar espontaneamente.
Σε επαφή με το νερό ελευθερώνει εύφλεκτα αέρια τα οποία μπορούν να αυτοαναφλεγούν.
Em contacto com a água liberta gases inflamáveis.
Σε επαφή με το νερό ελευθερώνει εύφλεκτα αέρια.
VER +