limpar

lim.par
lĩˈpar
verbo transitivo
1.
καθαρίζω
ela limpa as unhas com acetona
καθαρίζει τα νύχια της με ακετόνη
limpar a casa
καθαρίζω το σπίτι
limpar a terra antes de a cultivar
καθαρίζω τη γη προτού την καλλιεργήσω
limpar o chão
καθαρίζω το πάτωμα
limpar o sangue por hemodiálise
καθαρίζω το αίμα με αιμοκάθαρση
limpar uma ferida
καθαρίζω ένα τραύμα
o professor limpou o quadro, para escrever outra coisa
ο καθηγητής καθάρισε τον πίνακα, για να γράψει κάτι άλλο
o vento limpou o céu de nuvens
ο αέρας καθάρισε τον ουρανό από τα σύννεφα
produtos que limpam as plantas da bicharia
προϊόντα που καθαρίζουν τα φυτά από τα ζωύφια
uma campanha para limpar as praias
μια εκστρατεία για να καθαριστούν οι ακτές
um produto para limpar a lareira
ένα προϊόν για να καθαρίζεται το τζάκι
2.
σκουπίζω
com um pano, limpou a terra das mãos
μ' ένα πανί, σκούπισε το χώμα από τα χέρια του
limpa a boca!
σκούπισε το στόμα σου!
limpa os pés antes de entrares
σκούπισε τα πόδια σου πριν μπεις
limpou o nariz a um lenço
σκούπισε τη μύτη σ' ένα μαντίλι
3.
σκουπίζω, σφουγγίζω
lavou as mãos e limpou-as a uma toalha
έπλυνε τα χέρια του και τα σκούπισε σε μια πετσέτα
limpar a louça
σκουπίζω τα πιατικά
limpar o suor
σφουγγίζω τον ιδρώτα μου
4.
figurado, coloquial αδειάζω
foi ao frigorífico e quase que o limpou!
πήγε στο ψυγείο και σχεδόν το άδειασε!
o cachorro atirou-se à comida e limpou a tigela
το κουτάβι ρίχτηκε στο φαγητό και άδειασε τη γαβάθα του
5.
figurado, coloquial αποσπώ, παίρνω
o fulano que o enganou ainda lhe limpou algumas centenas de euros
ο τύπος που τον γέλασε του απέσπασε μερικές εκατοντάδες ευρώ
6.
figurado, coloquial σουφρώνω, βουτώ
entraram-lhe em casa e limparam tudo o que era valioso
μπήκαν στο σπίτι του και του βούτηξαν ό,τι ήταν πολύτιμο
7.
figurado, coloquial αποσπώ, παίρνω, κερδίζω
é um ótimo xadrezista, é certo e sabido que limpa sempre o primeiro lugar
είναι πολύ καλός σκακιστής, είναι δεδομένο ότι παίρνει πάντα την πρώτη θέση
verbo intransitivo
καθαρίζω
lá para a tarde, o céu limpou
προς το απογευματάκι, ο ουρανός καθάρισε
o tempo está a limpar
ο καιρός αρχίζει να καθαρίζει
limpar a fundo
λαμπικάρω
limpar a seco
κάνω στεγνό καθάρισμα
limpar nódoas
βγάζω λεκέδες
figurado limpar o nome
ξεπλένω το όνομά μου
limpar o pó
ξεσκονίζω
humedeceu o pano para limpar o pó
νότισε το πανί για να ξεσκονίσει
figurado limpar o sebo/sarampo (a alguém)
καθαρίζω/ξεκάνω/ξεπαστρεύω (κάποιον)
Porto Editora – limpar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 14:56:36]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
instrumento para limpar cascos de animais
εργαλείο για το καθάρισμα των οπλών
máquina de limpar beterrabas
μηχανή για την αφαίρεση της λάσπης των τεύτλων
máquina de limpar sêmeas
μηχανή καθαρισμού των πίτουρων
CIÊNCIAS, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
limpar um íman é o suficiente para lhe fazer baixar a potência
για τον καθαρισμό ενός γυμνού μαγνήτη αρκεί να μειώσουμε την ισχύ του
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, INDÚSTRIA
máquina de limpar malas postais
μηχανή καθαρισμού των σάκκων, μηχανή ξεσκονίσματος των σάκκων
VER +