manter

man.ter
mɐ̃ˈter
verbo transitivo
2.
διατηρώ, κρατώ
a esperança manteve-o vivo
η ελπίδα τον κράτησε ζωντανό
conseguiu manter o cargo
κατάφερε να κρατήσει τη θέση
era essencial para ele manter limpo o nome da família
ήταν ουσιώδους σημασίας γι' αυτόν να διατηρεί καθαρό το όνομα της οικογένειας
mantém uma casa na cidade
διατηρεί σπίτι στην πόλη
mantenho alguns amigos de infância
διατηρώ μερικούς φίλους από τα παιδικά μου χρόνια
manter em bom estado de conservação
διατηρώ σε καλή κατάσταση συντήρησης
manter o asseio das ruas
διατηρώ την καθαριότητα των δρόμων
manter o equilíbrio
διατηρώ την ισορροπία μου
manter uma amizade
κρατώ μια φιλία
manter um espaço asseado
διατηρώ καθαρό έναν χώρο
manteve a mente ocupada para não pensar no perigo
κράτησε το μυαλό του απασχολημένο για να μην σκέφτεται τον κίνδυνο
o treinador manteve-o na equipa principal
ο προπονητής τον κράτησε στην κύρια ομάδα
perante as acusações, manteve um silêncio comprometedor
μπροστά στις κατηγορίες, κράτησε μια ενοχοποιητική σιωπή
3.
διατηρώ
ainda mantém muitos dos velhos hábitos
διατηρεί ακόμα πολλές από τις παλιές συνήθειές του
apesar da idade, ela mantém a forma
παρά την ηλικία, διατηρεί τη γραμμή της
manter a coragem
διατηρώ το κουράγιο μου
manter a ordem
διατηρώ την τάξη
manter fidelidade aos seus princípios
διατηρώ την προσήλωση στις αρχές μου
manter o nível de qualidade
διατηρώ το ποιοτικό επίπεδο
manteve uma impassibilidade invejável
διατήρησε αξιοζήλευτη αταραξία
manteve uma velocidade moderada
διατήρησε μέτρια ταχύτητα
não mantém muitas relações com alguns familiares
δεν διατηρεί πολλές σχέσεις με μερικούς συγγενείς
4.
συντηρώ
é ela quem mantém os pais
αυτή συντηρεί τους γονείς της
ela ajuda a manter a família
αυτή βοηθάει να συντηρηθεί η οικογένεια
ele mantém a mulher e os filhos
αυτός συντηρεί τη γυναίκα και τα παιδιά του
5.
κρατώ, τρέφω
mantenho-lhe viva aversão
τρέφω έντονη απέχθεια απέναντί του
6.
κρατώ, τηρώ
manter segredo
κρατώ μυστικό
manter uma promessa/um compromisso
τηρώ μια υπόσχεη/δέσμευση
7.
επιμένω [σε], εμμένω [σε]
mantenho o que disse, não mudo nem uma vírgula
επιμένω σ' αυτό που είπα, δεν αλλάζω τίποτε
8.
στηρίζω, υποστηρίζω
as traves que mantêm o telhado
τα δοκάρια που στηρίζουν τη στέγη
manter afastado das crianças
φυλάσσεται μακριά από τα παιδιά
manter as aparências
τηρώ/κρατώ τα προσχήματα
Porto Editora – manter no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 07:31:57]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
manter o navio ancorado
κρατώ το πλοίο αγκυροβολημένο
CIÊNCIAS
manter uma central encerrada em condições de segurança
διατήρηση των σταματημένων εγκαταστάσεων σε ασφαλή κατάσταση
ECONOMIA
manter a estabilidade dos preços
διατηρώ τη σταθερότητα των τιμών
VER +