marcado

marcada
mar.ca.do
mɐrˈkadu
adjetivo
2.
(data, hora, etc.) καθορισμένος, κανονισμένος, φιξαρισμένος
a reunião marcada para hoje foi adiada
η καθορισμένη για σήμερα συνάντηση αναβλήθηκε
eu estava no cinema à hora marcada
εγώ ήμουν στο σινεμά την καθορισμένη ώρα
ensaio marcado para as 12H00 de amanhã
πρόβα κανονισμένη για αύριο στις 12Η00
3.
κρατημένος, ρεζερβέ
sinónimo
reservado
temos mesa marcada neste restaurante
έχουμε ρεζερβέ τραπέζι σε τούτο το εστιατόριο
4.
figurado (pessoa) σημαδεμένος
ficar marcado por acontecimentos importantes
μένω σημαδεμένος από σημαντικά γεγονότα
5.
figurado (pessoa) χαρακτηρισμένος
aquele escândalo político deixou-o marcado
εκείνο το πολιτικό σκάνδαλο τον άφησε χαρακτηρισμένο
6.
figurado έντονος
devido à marcada concorrência
εξ αιτίας του έντονου ανταγωνισμού
personalidade sem características muito marcadas
προσωπικότητα χωρίς πολύ έντονα γνωρίσματα
ter ... marcado
έχω κλείσει
ter uma consulta marcada no dentista
έχω κλείσει επίσκεψη στον οδοντίατρο

ter um encontro marcado (com alguém)
έχω κλείσει συνάντηση (με κάποιον)
marcado
forma do verbo marcar
particípio passado de marcar
Porto Editora – marcado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 05:51:08]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
manteiga marcada
βούτυρο με χρωστικές ουσίες
CIÊNCIAS
material marcado de referência
υλικό αναφοράς ακίδων
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
miudezas marcadas a tinta ou a fogo
τα παραπροϊόντα σημαίνονται είτε με μελάνη είτε με φωτιά
VER +