medir

me.dir
məˈdir
verbo transitivo
2.
καταμετρώ, υπολογίζω
medir os prejuízos duma catástrofe
καταμετρώ τις ζημίες μιας καταστροφής
3.
έχω (διαστάσεις/μήκος/ύψος/κλπ.)
a sala mede 4 m de comprimento/largura
η αίθουσα έχει μήκος/φάρδος 4μ
a mesa mede quase dois metros
το τραπέζι έχει σχεδόν δύο μέτρα μήκος
o tecido mede 3 metros
το ύφασμα έχει μήκος 3 μέτρα
4.
(pessoas) είμαι, έχω ύψος
ela mede 1,60 m
αυτή έχει ύψος 1,60μ
ele mede quase dois metros
αυτός είναι σχεδόν δύο μέτρα
5.
υπολογίζω
medir o interesse despertado
υπολογίζω το ενδιαφέρον που προξενήθηκε
medir os riscos dum empreendimento
υπολογίζω τα ρίσκα ενός εγχειρήματος
6.
figurado ζυγιάζω, ζυγίζω, μετρώ
as pessoas não se medem aos palmos
οι άνθρωποι δεν ζυγιάζονται από το μπόι
medir (alguém) com o olhar
μετρώ (κάποιον) με το βλέμμα μου
medir as consequências de uma decisão
ζυγιάζω τις συνέπειες μιας απόφασης
medir os seus atos
ζυγιάζω τις πράξεις μου
tens de medir bem a situação
πρέπει να μετράς καλά την κατάσταση
7.
λογαριάζω
para ajudar os amigos, nunca mede esforços
για να βοηθάει τους φίλους του, ποτέ δεν λογαριάζει τους κόπους
8.
(métrica) μετρώ τις συλλαβές
medir os versos dum poema
μετρώ τις συλλαβές των στίχων ενός ποιήματος
medir (alguém) de alto a baixo
1.
κοιτάζω περιφρονητικά (κάποιον)
2.
κοιτάζω προκλητικά (κάποιον)
medir as palavras
μετρώ τα λόγια μου
medir forças com (alguém)
μετριέμαι με (κάποιον), αναμετριέμαι με (κάποιον)
não se arriscou a medir forças comigo
δεν τόλμησε να μετρηθεί μαζί μου
Como referenciar: Porto Editora – medir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-17 17:03:38]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
aparelho para medir níveis de ruído
συσκευή για τη μέτρηση της στάθμης του θορύβου
valor medido / valor real
μετρηθείσα τιμή, πραγματική τιμή
CIÊNCIAS, ENERGIA
mira graduada para medir a progressão da degradação da rocha
κλίμακα μέτρησης της προόδου διαλυτοποίησης των πετρωμάτων
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
processo de piquetagem de uma curva por segmentos sucessivos sem medir ângulos
μέθοδος χάραξης καμπύλης σε διαδοχικά τμήματα χωρίς γωνιομετρήσεις
piquetagem medindo o ângulo e a respetiva corda
μέθοδος χορδής-γωνίας
caudal medido à saída
θεωρητική παροχή όγκου εξόδου, ιδανική παροχή όγκου εξόδου
VER +