mi.se.rá.vel
mizəˈravɛɫ
mizəˈravɛɫadjetivo de 2 géneros
1.
άθλιος, ελεεινός
uma família de gente pobre, mesmo miserável
μια οικογένεια από φτωχούς, πραγματικά άθλιους ανθρώπους
vive em condições miseráveis
ζει σε άθλιες συνθήκες
2.
άθλιος, τρισάθλιος, αξιολύπητος, αξιοθρήνητος
a casa está num estado miserável
το σπίτι είναι σε άθλια κατάσταση
achei-o com um aspeto miserável!
τον βρήκα με αξιολύπητη όψη!
essas calças estão em estado miserável
αυτό το παντελόνι είναι σε τρισάθλια κατάσταση
3.
ελεεινός, ασήμαντος
vive dum salário miserável
ζει από ένα ελεεινό μισθό
4.
εξαθλιωμένος
a população miserável dum bairro degradado
ο εξαθλιωμένος κόσμος μιας υποβαθμισμένης συνοικίας
comunidade miserável
εξαθλιωμένη κοινότητα
5.
τσιφούτης, τσιγγούνης
que miserável ele é, não gasta um tostão!
τι τσιφούτης είναι, δεν ξοδεύει φράγκο!
6.
ελεεινός, αισχρός
caiu nas mãos de bandidos miseráveis e sem escrúpulos
έπεσε στα χέρια ελεεινών και αδίστακτων κακοποιών
nome de 2 géneros
1.
άθλιος masculino
«Os Miseráveis», de Victor Hugo
«Οι Άθλοι», του Β. Ουγκώ
2.
παλιάνθρωπος masculino, αχρείος masculino, πανάθλιος masculino
defendeu-se dos aleives daquele miserável
αντέκρουσε τις συκοφαντίες εκείνου του αχρείου
3.
τσιφούτης masculino, τσιγγούνης masculino
aquele miserável não gasta um tostão!
εκείνος ο τσιφούτης δεν ξοδεύει φράγκο!
Partilhar
Como referenciar 
miserável – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/miserável [visualizado em 2026-06-22 03:50:32].