mitigar

mi.ti.gar
mitiˈɡar
verbo transitivo
1.
καταπραΰνω, απαλύνω, μετριάζω, πραΰνω
mitigar dores físicas e psíquicas
απαλύνω σωματικούς και ψυχικούς πόνους
2.
πραΰνω, κατασιγάζω, μετριάζω
mitigar ódios e divergências
κατασιγάζω μίση και διαφορές
mitigar a fome
κατασιγάζω/καλμάρω την πείνα
mitigar a sede
σβήνω τη δίψα, ξεδιψώ
Porto Editora – mitigar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 12:16:06]. Disponível em