modesto

modesta
mo.des.to
muˈdɛʃtu
adjetivo
1.
μετριόφρων, ταπεινόφρων, σεμνός
acho-o antipático e pouco modesto
τον θεωρώ αντιπαθητικό και ελάχιστα ταπεινόφρονα
pessoa famosa, mas modesta
διάσημος, αλλά σεμνός άνθρωπος
2.
ταπεινός
gente de origem modesta
άνθρωποι ταπεινής καταγωγής
3.
λιτός, ταπεινός
apesar de ser rico, leva uma vida modesta
αν και είναι πλούσιος, κάνει λιτή ζωή
4.
μέτριος
a sua produção artística é bem modesta
η καλλιτεχνική του παραγωγή είναι πολύ μέτρια
ficou num lugar bem modesto da classificação geral
έμεινε σε πολύ μέτρια θέση της γενικής κατάταξης
5.
ταπεινός, ασήμαντος
estou pronto a dar-te a minha modesta ajuda
είμαι έτοιμος να σου δώσω την ταπεινή βοήθειά μου
uma prenda modesta, mas oferecida com grande apreço
ένα ασήμαντο δώρο, αλλά που χαρίζεται με μεγάλη εκτίμηση
vou dizer-vos a minha modesta opinião
θα σας πω την ταπεινή μου γνώμη
Porto Editora – modesto no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 19:30:35]. Disponível em