moleza

mo.le.za
muˈlezɐ
nome feminino
2.
νωθρότητα, αποχαύνωση, ατονία
depois de comer, deu-me a moleza
μετά το φαγητό, καταλήφθηκα από νωθρότητα
sentiu-se tomado de uma agradável moleza
ένιωσε να τον κυριεύει μια ευχάριστη ατονία
3.
νωχέλεια
que moleza de movimentos!
τι νωχέλεια κινήσεων!
4.
μαλθακότητα
os miúdos exploram a moleza dos pais
τα πιτσιρίκια εκμεταλλεύονται τη μαλθακότητα των γονέων τους
Porto Editora – moleza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 01:47:39]. Disponível em