natural

na.tu.ral
nɐtuˈraɫ
adjetivo de 2 géneros
1.
φυσικός
abastecimento de gás natural
παροχέτευση φυσικού αερίου
a libertação duma águia restabelecida no seu habitat natural
η απελευθέρωση στο φυσικό του περιβάλλον ενός αετού που έγινε καλά
a ordem natural das coisas
η φυσική τάξη πραγμάτων
catástrofe natural
φυσική καταστροφή
ciências naturais
φυσικές επιστήμες
fibra natural
φυσική ίνα
filosofia natural
φυσική φιλοσοφία
fronteiras naturais
φυσικά σύνορα
lei natural
φυσικός νόμος
luz natural
φυσικό φως
medicamento natural
φυσικό φάρμακο
Museu de História Natural
Μουσείο Φυσικής Ιστορίας
produto natural
φυσικό προϊόν
seda natural
φυσικό μετάξι
sumo de laranja natural
φυσικός χυμός πορτοκάλι
2.
φυσικός, έμφυτος
beleza natural
φυσική ομορφιά
libertou-se da sua timidez natural
απαλλάχτηκε από την έμφυτη ντροπαλότητά του
roupa que acentua a elegância natural (de alguém)
ρούχο που τονίζει τη φυσική κομψότητα (κάποιου)
talento natural para a música
έμφυτο ταλέντο για τη μουσική
tinha um sentido natural das conveniências
διέθετε έμφυτο αίσθημα του πρέποντος
3.
φυσικός, φυσιολογικός
este calor em pleno outono não é natural
αυτή η ζέστη φθινοπωριάτικα δεν είναι φυσιολογική
não intervir no andamento natural das coisas
δεν επεμβαίνω στην φυσιολογική πορεία των πραγμάτων
o desfecho natural duma situação
η φυσική έκβαση μιας κατάστασης
tanto embaraço não é coisa natural
τόση αμηχανία δεν είναι φυσιολογική
4.
γηγενής
ela é natural de Lisboa
αυτή είναι γηγενής της Λισαβόνας
5.
εξώγαμος, νόθος
ter um filho natural
έχω ένα εξώγαμο παιδί
6.
φυσικός, απροσποίητος, αβίαστος
gestos simples e naturais
απλές και απροσποίητες κινήσεις
um sorriso simpático, natural
ένα συμπαθητικό, φυσικό χαμόγελο
7.
πιθανός
é natural que chegue ainda hoje
είναι πιθανό να φτάσει σήμερα κιόλας
é natural que ela venha
είναι πιθανό να έρθει
é natural que sim
είναι πιθανό πως ναι
8.
φυσικός, λογικός
era natural que o sucesso o estimulasse
ήταν φυσικό η επιτυχία να τον ενθάρρυνε
9.
σε θερμοκρασία δωματίου
água fresca ou natural?
νερό κρύο ή σε θερμοκρασία δωματίου;
10.
σκέτος
iogurte natural
γιαούρτι σκέτο
nome masculino, feminino
γηγενής 2 géneros , γεννημένος
dizem que os naturais do Sul são pessoas mais expansivas
λένε ότι οι γηγενείς του Νότου είναι πιο εκδηλωτικοί
nome masculino
φυσικό neutro , χαρακτήρας
não lhe leves a mal, é esse o seu natural
μην τον παρεξηγείς, αυτό είναι το φυσικό του
ao natural
1.
εκ του φυσικού, στην πραγματικότητα
é mais bonita ao natural do que em fotografia
είναι πιο όμορφη εκ του φυσικού παρά σε φωτογραφία
2.
(conservas) σε νερό
atum ao natural ou em azeite
τόνος σε νερό ή σε ελαιόλαδο
Porto Editora – natural no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 03:07:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
acidez natural
φυσική οξύτητα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
manteiga natural
φυσικό βούτυρο
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
tabaco natural
φυσικός καπνός
VER +