nomear

no.me.ar
nuˈmjar
verbo transitivo
1.
ονομάζω, ονοματοθετώ
nomear uma nova espécie vegetal
ονομάζω ένα νέο φυτικό είδος
2.
ονομάζω, αναφέρω, λέω το όνομα
não quis nomear os seus cúmplices
δεν θέλησε να ονομάσει τους συνεργούς του
3.
αναφέρω
não preciso de te nomear os meus motivos
δεν χρειάζεται να σου αναφέρω τα κίνητρά μου
4.
διορίζω
nomear um comité
διορίζω μια επιτροπή
nomear um ministro
διορίζω έναν υπουργό
5.
αναγορεύω, αναδεικνύω
foi nomeado cavaleiro pela rainha de Inglaterra
αναγορεύτηκε ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας
6.
DIREITO διορίζω, εγκαθιστώ
nomear (alguém) seu herdeiro/representante
εγκαθιστώ (κάποιον) κληρονόμο/εκπρόσωπό μου
nomear um sucessor
διορίζω ένα διάδοχο
7.
χρίζω
ANAGRAMAS
Porto Editora – nomear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 10:46:11]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
funcionário nomeado
διορισμένος αξιωματούχος
INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
distribuidor autorizado / distribuidor nomeado
εξουσιοδοτημένος διανομέας
UNIÃO EUROPEIA
Decisão dos Representantes dos Governos dos Estados-Membros das Comunidades Europeias, de 26-7-1994, que designa a personalidade que tencionam nomear Presidente da Comissão das Comunidades Europeias
Απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,της 26ης Ιουλίου 1994,για τον προσδιορισμό της προσωπικότητας που προτίθενται να διορίσουν Πρόεδρο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων