obrigar

verbo transitivo
1.
υποχρεώνω [a, να], επιβάλλω [a, να/-]
a honra obriga-o a não faltar à sua palavra
η αίσθηση της τιμής τον υποχρεώνει να μην αθετήσει το λόγο του
isso obriga a mais despesas
αυτό επιβάλλει κι άλλα έξοδα
obrigar ao pagamento de indemnizações
επιβάλλω την πληρωμή αποζημιώσεων
2.
υποχρεώνω [a, να], αναγκάζω [a, να]
a derrocada obrigou a polícia a desviar o trânsito
η κατολίσθηση υποχρέωσε την αστυνομία να εκτρέψει την κυκλοφορία
a inexistência de outra solução obrigou-os a contentarem-se com aquela
η ανυπαρξία άλλης λύσης τους ανάγκασε να αρκεστούν σ' εκείνη
cumprirá o seu dever, nem que tenha de o obrigar a isso
θα κάνει το καθήκον του, έστω κι αν θα χρειαστεί να τον υποχρεώσω να το κάνει
obrigaram-na a apartar-se dos filhos
την ανάγκασαν να χωριστεί από τα παιδιά της
pelos vistos, foi obrigado a dar a sua aquiescência
υποχρεώθηκε προφανώς να δώσει τη συγκατάβασή του
3.
υποχρεώνω [a, να], δεσμεύω [a, να]
o acordo obriga-me a pagar uma indemnização
η συμφωνία με δεσμεύει να πληρώσω μια αποζημίωση
4.
δεσμεύω
ele obrigou a sua palavra
δέσμευσε το λόγο του
Porto Editora – obrigar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 11:17:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
navio obrigado por contrato a desembarcar as suas capturas
σκάφος που έχει συμβατική υποχρέωση να εκφορτώνει τα αλιεύματα του
DIREITO
obrigado a fazer-se representar junto do Instituto
υποχρέωση να ορίσει αντιπρόσωπο ενώπιον του Γραφείου
órgão jurisdicional obrigado a submeter a questão ao Tribunal de Justiça
δικαστήριο κράτους μέλους που οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο
EMPREGO E TRABALHO
coação psicológica exercida pela entidade patronal sobre o trabalhador com o objetivo de o obrigar a rescindir o contrato de trabalho
παραίτηση κατ' εξαναγκασμό
VER +