obscurecer

obs.cu.re.cer
ɔbʃkurəˈser
verbo transitivo
1.
σκοτεινιάζω
as nuvens obscureciam o céu
τα σύννεφα σκοτείνιαζαν τον ουρανό
o reposteiro obscurece muito a sala
οι κουρτίνες σκοτεινιάζουν πολύ το δωμάτιο
2.
αμαυρώνω
nada faria que lhe obscurecesse o nome
τίποτα δεν θα έκανε που θα αμαύρωνε το όνομά του
3.
θολώνω, συσκοτίζω
obscurecer o sentido de uma frase
θολώνω τη σημασία μιας φράσης
palavras enigmáticas, que obscureciam o que ele dizia
αινιγματικά λόγια, που θόλωναν αυτά που έλεγε
4.
θολώνω
a raiva obscurecia-lhe a mente
η οργή θόλωνε το μυαλό του
5.
μειώνω τη λάμψη
a nítida desigualdade dos adversários obscureceu o êxito do vencedor
η ολοφάνερη ανισότητα των αντιπάλων μείωσε τη λάμψη της επιτυχίας του νικητή
6.
επισκιάζω
a beleza da irmã obscurecia a sua
η ομορφιά της αδελφής της επισκίαζε τη δική της
7.
σκιάζω
aquele acontecimento obscureceu-lhes a felicidade
εκείνο το γεγονός ήρθε να σκιάσει την ευτυχία τους
Porto Editora – obscurecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 13:09:13]. Disponível em