obter

ob.ter
ɔbˈter
verbo transitivo
2.
αντλώ
obter o máximo prazer
αντλώ τη μέγιστη ευχαρίστηση
um clássico, de quem obtive inspiração
ένας κλασικός, από τον οποίο άντλησα έμπνευση
3.
αποσπώ, παίρνω
ele obteve do rei a promessa de clemência
απέσπασε από το βασιλιά υπόσχεση επιείκειας
obter uma bolsa
αποσπώ μια υποτροφία
obter uma vitória
αποσπώ μια νίκη
obteve a nota máxima
πήρε το ανώτατο βαθμό
obteve por várias vezes aquela distinção
απέσπασε διάφορες φορές εκείνη τη διάκριση
4.
αποκτώ, παίρνω
qualquer diploma que obtenhas será para ti uma mais-valia
οποιοδήποτε δίπλωμα αποκτήσεις, θα είναι μεγάλο πλεονέκτημα για σένα
5.
λαμβάνω
obter um precipitado
λαμβάνω ένα ίζημα
6.
βρίσκω
quadrou 5, e obteve 25
ύψωσε 5 στο τετράγωνο, και βρήκε 25
ANTÓNIMOS
VER +
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – obter no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 09:48:02]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
desbaste permitindo obter produtos comercializáveis cobrindo as despesas do mesmo
εμπορεύσιμος φωτοδότις υλοτομία
bagaço de gérmen de milho obtido por pressão
πλακούς έκθλιψης φύτρων αραβοσίτου
bagaço de níger obtido por pressão
πίτα έκθλιψης σπόρων της γουιζοτίας της ελαιοφόρου, πλακούντας έκθλιψης σπόρων της γουιζοτίας της ελαιοφόρου
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
bagaço de copra (coco) obtido por pressão
πλακούς έκθλιψης φοινικοκαρυάς
Bagaço de copra (coco) obtido por extração
Πλακούντες εκχυλισμένης φοινικοκαρυάς
bagaço de palmiste / bagaço de palmiste obtido por pressão / bolo de noz de palma
πλακούς έκθλιψης ελαΐδος, πλακούς ελαΐδας, φοινικοπλακούς, φοινικόπιτα
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
obter uma garantia de naturalização
λαμβάνω διαβεβαίωση πολιτογράφησης
VER +