odiar

verbo transitivo
1.
μισώ
odiar (alguém) sem motivo aparente
μισώ (κάποιον) χωρίς προφανή λόγο
odiava-me mortalmente
με μισούσε θανάσιμα
2.
μισώ, απεχθάνομαι, σιχαίνομαι
odeio este tipo de música!
απεχθάνομαι αυτού του είδους τη μουσική!
odiar a mentira
μισώ το ψέμα
odiava a vida da aldeia
σιχαινόταν τη ζωή στο χωριό
ANAGRAMAS
Porto Editora – odiar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:11:37]. Disponível em