opor

o.por
ɔˈpor
verbo transitivo
1.
αντιπαρατάσσω, τοποθετώ αντίκρυ
opôs um sofá ao outro
αντιπαρέταξε έναν καναπέ στον άλλο
2.
αντιτάσσω, αντιπαραθέτω
não encontrei argumentos que lhe opusesse
δεν βρήκα επιχειρήματα για να του αντιπαραθέσω
3.
αντιπαραβάλλω
opor a prática à teoria
αντιπαραβάλλω την πρακτική και τη θεωρία
4.
παρεμβάλλω
opor uma barreira à passagem do inimigo
παρεμβάλλω ένα φράγμα στο πέρασμα του εχθρού
opor obstáculos
παρεμβάλλω εμπόδια
5.
προβάλλω
opusemos resistência ao avanço do inimigo
προβάλαμε αντίσταση στην προέλαση του εχθρού
6.
φέρω αντιμέτωπους
há interesses que nos opõem
υπάρχουν συμφέροντα που μας φέρουν αντιμέτωπους
um projeto de lei que opôs governo e Oposição
ένα νομοσχέδιο που έφερε αντιμέτωπες την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση
7.
DIREITO καταθέτω
opor recurso
καταθέτω προσφυγή
ANAGRAMAS
Porto Editora – opor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 03:34:26]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
desenho ou modelo que se lhe opõe
σχέδιο ή υπόδειγμα με το οποίο έρχεται σε σύγκρουση
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
máquina para opor referências em cadernos de brochuras e livros
μηχανή για την επίθεση σημείων συσχέτισης φυλλαδίων βιβλιαρίων και βιβλίων
erro de procedimento no extremo oposto
σφάλμα διαδικασίας στο αντίθετο άκρο
INDÚSTRIA
cordão de suporte pelo lado oposto
πάσσο υποστηρίξεως
motor bóxer / motor horizontalmente oposto
κινητήρας οριζοντίων και αντικείμενων κυλίνδρων
lado oposto ao da hélice
μη ελικοφόρο άκρο
VER +