origem

nome feminino
1.
απαρχή, αρχή
a origem do universo
η απαρχή του σύμπαντος
as origens da civilização europeia
οι απαρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού
2.
προέλευση
a origem da vida
η προέλευση της ζωής
a origem e o destino dum comboio
η προέλευση και ο προορισμός μιας αμαξοστοιχίας
conjunção de elementos de várias origens
συνδυασμός στοιχείων διαφόρων προελεύσεων
de origem estrangeira
ξένης προέλευσης
misturar populações de origens diferentes
διασταυρώνω πληθυσμούς διαφορετικών προελεύσεων
nome de origem
ονομασία προέλευσης
vinho de origem portuguesa
κρασί πορτογαλικής προέλευσης
3.
καταγωγή
a sua origem era desconhecida
η καταγωγή του ήταν άγνωστη
a sua origem sempre o estigmatizou
η καταγωγή του ανέκαθεν τον στιγμάτιζε
ele não nega as suas origens
αυτός δεν αρνείται τις καταγωγές του
gente de origem modesta
άνθρωποι ταπεινής καταγωγής
4.
έτυμο neutro
indagar as origens de uma palavra
ερευνώ το έτυμο μιας λέξης
palavras de origem latina
λέξεις με λατινικό έτυμο
5.
προέλευση, αιτία
a origem daquela contenda mantém-se incerta
η προέλευση εκείνης της διαμάχης παραμένει αβέβαιη
qual a origem dessa inimizade?
ποια η αιτία αυτής της έχθρας;
dar origem a (alguma coisa)
δίνω αφορμή σε (κάτι)
de origem
γνήσιος
peças de origem
γνήσια ανταλλακτικά
estar na origem de (alguma coisa)
προξενώ (κάτι)
na origem
αρχικά
ter origem em...
έχω τις ρίζες/την αιτία σε...
ANAGRAMAS
Porto Editora – origem no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 20:30:46]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
documento de origem
έγγραφο καταγωγής
produto de origem animal
προϊόν ζωϊκής προέλευσης
solução alcoólica de origem vitivinícola
αλκοολούχο αμπελοοινοικό διάλυμα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
álcool de origem vínica / álcool vínico
αλκοόλη οινικής προέλευσης, αλκοόλη οινικής προελεύσεως, οινική αλκοόλη
negro de origem animal
άνθρακας ζωικής προέλευσης
ATIVIDADE POLÍTICA
serviço de origem
υπηρεσία αναχώρησης
VER +