ˈpɛ
nome masculino
1.
πόδι neutro
arrastar os pés
σέρνω τα πόδια μου
a saia chegava-lhe aos pés
η φούστα έφτανε στα πόδια της
botas que se ajustam bem ao pé
μπότες που εφαρμόζουν καλά στο πόδι
calcar uvas com os pés
πατώ σταφύλια με τα πόδια
eram visíveis as marcas de pés na areia
ήταν ορατά τα ίχνη ποδιών στην άμμο
fincou bem os pés antes de levantar o haltere
στερέωσε καλά τα πόδια του προτού σηκώσει τον αλτήρα
medir um comprimento em pés
μετρώ μήκος σε πόδια
mergulhar os pés em água morna
βυθίζω τα πόδια μου σε χλιαρό νερό
meteu os pés nos sapatos
έχωσε τα πόδια στα παπούτσια
o dorso do pé
η ράχη του ποδιού
o pé das aves tem quatro dedos
το πόδι των πτηνών έχει τέσσερα δάκτυλα
o pé de um candeeiro
το πόδι ενός φωτιστικού
pés da cama
πόδια του κρεβατιού
pés da mesa/cadeira
πόδια του τραπεζιού/της καρέκλας
saltar a pés juntos
πηδώ με ενωμένα τα πόδια μου
tem uma ferida no pé, e não pode andar
έχει μια πληγή στο πόδι του, και δεν μπορεί να περπατήσει
ter chão firme debaixo dos pés
έχω στερεό έδαφος κάτω από τα πόδια μου
2.
πατούσα feminino , πέλμα neutro
os pés destas meias estão rotos
οι πατούσες αυτών των καλτσών είναι τρύπιες
3.
κοτσάνι neutro , ποδίσκος
comeu a maçã e deitou fora o pé
έφαγε το μήλο και πέταξε το κοτσάνι
pés de cerejas
κοτσάνια από κεράσια
4.
κοτσάνι neutro , ποδίσκος, μίσχος
cortar o pé duma flor
κόβω το κοτσάνι ενός λουλουδιού
esta rosa tem um pé pequeno
αυτό το τριαντάφυλλο έχει κοντό μίσχο
o pé de uma folha
ο ποδίσκος ενός φύλλου
5.
φυντάνι neutro , ρίζα feminino
tem um talhão com pés de alface
έχει μια βραγιά με ρίζες μαρούλι
um pé de salsa
ένα φυντάνι μαϊντανό
6.
βάση feminino , βάθρο neutro
o pé desta estátua é alto
το βάθρο αυτού του αγάλματος είναι ψηλό
7.
μούργα feminino
o pé do azeite
η μούργα του λαδιού
8.
λαβή feminino
pegou na frigideira pelo pé
έπιασε το τηγάνι από τη λαβή του
9.
LITERATURA πους, πόδας
o coreu era um pé métrico
ο χορείος ήταν μετρικός πους
pé pariambo
παριαμβώδης πόδας
10.
ύψος neutro
um quarto com pé muito alto
ένα δωμάτιο με μεγάλο ύψος
11.
κάτω μέρος neutro
havia uma nota no pé da página
υπήρχε μια υποσημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας
12.
figurado αφορμή feminino , πρόφαση feminino
aquela alusão foi o pé de que precisava para se referir ao assunto
εκείνη η νύξη ήταν η αφορμή που χρειαζόταν για να αναφερθεί στο ζήτημα
13.
figurado σημείο neutro , κατάσταση feminino
em que pé está o negócio?
σε ποιο σημείο βρίσκεται η δουλειά;
não sei em que pé estão as negociações
δεν ξέρω σε ποιο σημείο βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις
no pé em que estão as coisas, é difícil piorarem
στην κατάσταση που είναι τα πράγματα, δύσκολα θα χειροτερέψουν
14.
(cama) plural κάτω μέρος neutro,singular
deixou um cobertor aos pés da cama
άφησε μια κουβέρτα στο κάτω μέρος του κρεβατιού
figurado acordar com os pés de fora
στραβοξυπνώ, ξυπνώ κακοδιάθετος
andar pelo seu próprio pé
περπατώ μόνος μου/χωρίς βοήθεια
ao pé
κοντά, δίπλα
o jardim é aqui ao pé
το πάρκο είναι εδώ δίπλα
ao pé da letra
κατά γράμμα
ao pé de
1.
κοντά σε, δίπλα σε
acaçapou-se ao pé da lareira
κούρνιασε δίπλα στο τζάκι
2.
σε σχέση με, μπροστά σε
ao pé da riqueza do irmão, sentia-se realmente mesquinho
μπροστά στα πλούτη του αδελφού του, ένιωθε πραγματικά ελεεινός

ao pé dos teus, os meus problemas são insignificantes
σε σχέση με τα δικά σου, τα προβλήματά μου είναι ασήμαντα
aos pés de
στα πόδιαgenitivo
arrojar-se aos pés de (alguém)
ρίχνομαι στα πόδια (κάποιου)
a pé
1.
με τα πόδια
ir a pé
πηγαίνω με τα πόδια
2.
στο πόδι
fui acordá-la mas já estava a pé
πήγα να την ξυπνήσω μα ήταν κιόλας στο πόδι
a pé enxuto
χωρίς να βραχούν τα πόδια μου
a pé firme
1.
ακλόνητα
2.
αποφασιστικά
a pé quedo
ακλόνητα
esperar o ataque a pé quedo
περιμένω ακλόνητα την επίθεση
figurado a sete pés
ολοταχώς
fugir a sete pés
την κάνω ολοταχώς
figurado atirar-se de pés e cabeça
ρίχνομαι στα βαθιά
figurado bater o pé
πεισμώνω
figurado com pés de lã
αθόρυβα
figurado com pés e cabeça
με λογική
corrida a pé
αγώνας δρόμου
figurado dar ao pé
χορεύω
de/em pé
όρθιος
estar em pé
είμαι όρθιος, στέκομαι

ficar de pé
μένω όρθιος

pôr em pé uma cadeira que caiu
βάζω όρθια μια καρέκλα που έπεσε
de pés e mãos
χειροπόδαρα
estar atado de pés e mãos
είμαι δεμένος χειροπόδαρα
figurado do pé para a mão
αιφνίδια, από τη μια στιγμή στην άλλη
resolver (alguma coisa) do pé para a mão
αποφασίζω (κάτι) αιφνίδια
dos pés à cabeça
από πάνω μέχρι κάτω, από την κορυφή ως τα νύχια
em pé de guerra
επί ποδός πολέμου
em pé de igualdade
1.
εφάμιλλος
estar em pé de igualdade (com alguém)
είμαι εφάμιλλος (κάποιου)
2.
επί ίσοις όροις
todos participaram em pé de igualdade
όλοι συμμετείχαν επί ίσοις όροις
3.
ως ίσος προς ίσον, ισότιμα
tratar (alguém) em pé de igualdade
αντιμετωπίζω (κάποιον) ως ίσος προς ίσον
figurado, coloquial enfiar/meter o pé na argola
λέω/κάνω γκάφα
entrar com o pé direito
1.
μπαίνω με το δεξί
2.
figurado κάνω καλή αρχή
figurado estar com os pés para a cova
έχω το ένα πόδι στον τάφο/λάκκο, χαροπαλεύω
figurado estar de pé
ισχύω
o acordo está de pé?
η συμφωνία ισχύει;
figurado estar de pé atrás
έχω ψύλλους στ' αυτιά μου, κρατώ πισινή
fora de pé
στα άπατα
figurado fugir o pé para a chinela
κάνω τον κάμποσο μα είμαι χαμηλού επιπέδου
figurado ir num pé e vir no outro
πετάγομαι στα γρήγορα
figurado jurar/negar a pés juntos
ορκίζομαι/αρνούμαι κατηγορηματικά
figurado levar com os pés
τρώω χυλόπιτα
figurado meter os pés pelas mãos
τα θαλασσώνω, τα μπουρδουκλώνω
não arredar pé
δεν το κουνάω ρούπι
figurado não mexer um pé sem pedir licença ao outro
είμαι αργοκίνητος
não poder ter-se em pé
δεν με βαστούν τα πόδια μου
(não) pôr os pés (em algum sítio)
(δεν) πηγαίνω (κάπου)
figurado não ter pés nem cabeça
είμαι παράλογος
pé ante pé
στις μύτες των ποδιών μου, σιγά και αθόρυβα
pé chato
πλατυποδία
perder o pé
1.
βρίσκομαι στα άπατα
2.
figurado χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου
pôr um pé em falso
1.
στραβοπατώ, παραπατώ
pôs um pé em falso, e malhou por ali abaixo
παραπάτησε, και κουτρουβάλησε στην κατηφόρα
2.
figurado κάνω γκάφα
figurado sem pés nem cabeça
παράλογος
uma ideia sem pés nem cabeça
μια παράλογη σκέψη
figurado ter a seus pés
έχω στα πόδια μου
figurado ter os pés bem assentes (na terra)
είμαι προσγειωμένος
ter pé
πατώνω
aqui o rio é fundo e não tenho pé
εδώ το ποτάμι είναι βαθύ και δεν πατώνω
figurado ter pés de barro
έχω σαθρά πόδια
ANAGRAMAS
Porto Editora – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 14:52:07]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pé e pedaços
στίποι και τεμάχια
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
pé negro
φυτόφθορα
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pé vermelho
καφέ στίπος, κόκκινος στίπος
podridão negra do pé
bacillus polymyxa, μαύρη σήψη στίπου
pé inchado
σχάση στίπου
VER +