pactuar

pac.tu.ar
pɐˈktwar
verbo transitivo
1.
συνάπτω σύμφωνο [com, με]
pactuar com o inimigo
συνάπτω σύμφωνο με τον εχθρό
2.
συνθηκολογώ [com, με], ανέχομαι [com, -]
pactuar com o crime
συνθηκολογώ με το έγκλημα
pactuar com o desregramento dos costumes
ανέχομαι την έκλυση των ηθών
ANAGRAMAS
Porto Editora – pactuar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 19:09:59]. Disponível em