parecer

pa.re.cer
pɐrəˈser
verbo intransitivo
2.
δείχνω, φαίνομαι, μοιάζω
a casa parece nova
το σπίτι μοιάζει για καινούργιο
ao pôr do sol, o céu pareceu incendiar-se
κατά το δειλινό, ο ουρανός φάνηκε να φλογίζεται
ela parece mais velha
αυτή δείχνει πιο μεγάλη
encolheu a barriga para parecer mais magro
μάζεψε την κοιλιά του για να φανεί πιο αδύνατος
há quem pareça ser sempre favorecido pelo destino
υπάρχουν άνθρωποι που δείχνουν να ευνοούνται πάντα από τη μοίρα
parecia absorto em tristes recordações
έδειχνε απορροφημένος σε θλιβερές αναμνήσεις
parecia entusiasmado
έδειχνε ενθουσιασμένος
sob o sol abrasador, a terra parecia arder
κάτω από τον πυρακτωμένο ήλιο, η γη έμοιαζε να καίει
um futuro sinistro, e que parece inevitável
ένα δυσοίωνο μέλλον, που φαίνεται αναπόφευκτο
3.
μοιάζω, φαίνομαι, φαντάζω
a questão não parece lá muito interessante
το ζήτημα δεν φαντάζει και πολύ ενδιαφέρον
essa história até parece impossível!
αυτή η ιστορία φαντάζει αδύνατη!
4.
φαίνομαι
enganá-lo parece-me impossível
μου φαίνεται αδύνατο να τον γελάσει κανείς
essa não me parece uma boa solução
αυτή δεν μου φαίνεται καλή λύση
momentaneamente, pareceu-lhe que a cena se repetia
στιγμιαία, του φάνηκε ότι η σκηνή επαναλαμβανόταν
nada disso me parece verdade
τίποτα από αυτά δεν μου φαίνονται αλήθεια
parece-me indubitável que a sua contribuição foi preciosa
μου φαίνεται αναμφισβήτητο ότι η συμβολή του ήταν πολύτιμη
pareces-me aborrecida
μου φαίνεσαι ενοχλημένη
pareceu-lhe discernir um vulto, mas não passou duma ilusão
του φάνηκε να διακρίνει μια μορφή, μα δεν ήταν παρά μια παραίσθηση
5.
νομίζω
não me parece que ela esteja interessada
δεν νομίζω να ενδιαφέρεται
parece-me que é melhor não pensares mais nisso
νομίζω ότι καλύτερα να μην το σκέφτεσαι άλλο αυτό
parece-me que sim/não
νομίζω πως ναι/όχι
que lhe parece?
τι νομίζετε;
6.
σαν να [+ verbo principal]
a brisa parecia acariciar as searas
η αύρα σαν να χάιδευε τα σιταροχώραφα
o céu parecia ameaçar chuva
ο ουρανός σαν να απειλούσε βροχή
7.
[impessoal]
φαίνεται
parece que já estamos todos
φαίνεται πως είμαστε πια όλοι εδώ
parece que o professor está doente
φαίνεται ότι ο καθηγητής είναι άρρωστος
parece que vai chover
φαίνεται πως θα βρέξει
[impessoal]
nome masculino
1.
πόρισμα neutro
expor um parecer
παρουσιάζω ένα πόρισμα
o parecer aponta para uma solução de compromisso
το πόρισμα υποδεικνύει μια συμβιβαστική λύση
2.
γνώμη feminino
dar o seu parecer
δίνω τη γνώμη μου
não levou em conta o parecer do seu advogado
δεν έλαβε υπ' όψη του τη γνώμη του δικηγόρου του
pediu o parecer de vários médicos
ζήτησε τη γνώμη διαφόρων γιατρών
3.
όψη feminino , παρουσιαστικό neutro
acho-o com mau parecer
νομίζω ότι έχει άσχημη όψη
ao que parece...
καθώς φαίνεται...
essa não parece tua/sua/etc.
αυτό το φέρσιμο δεν σου/του/κλπ. ταιριάζει
parece impossível/mentira!
αν είναι δυνατό!
Como referenciar: Porto Editora – parecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-28 23:20:37]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
valor acrescentado do parecer
συμβουλευτική προστιθέμενη αξία
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
emitir um parecer urgente
γνωμοδοτώ επειγόντως
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
parecer sob a forma de carta
γνωμοδότηση υπό μορφή επιστολής
comissão encarregada de emitir parecer
γνωμοδοτική επιτροπή
relator de parecer
συντάκτης γνωμοδότησης
VER +