particularizar

par.ti.cu.la.ri.zar
pɐrtikulɐriˈzar
verbo transitivo
1.
διευκρινίζω
o contrato nada particulariza quanto a situações destas
η σύμβαση τίποτα δεν διευκρινίζει σχετικά με παρόμοιες καταστάσεις
2.
συγκεκριμενοποιώ
referiu-se ao assunto em geral, sem particularizar casos
μίλησε γενικά για το θέμα, χωρίς να συγκεκριμενοποιήσει περιπτώσεις
3.
διαφοροποιώ
tem uma linguagem própria, que particulariza o seu estilo
έχει ιδιαίτερη γλώσσα, που διαφοροποιεί το ύφος του
Porto Editora – particularizar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 13:43:12]. Disponível em