pedir

pe.dir
pəˈdir
verbo transitivo
2.
παρακαλώ
confiei-lhe o documento, pedindo-lhe para o guardar em lugar seguro
του παρέδωσα το έγγραφο, παρακαλώντας τον να το φυλάξει σε ασφαλές μέρος
peço que se digne atender o meu pedido
παρακαλώ να καταδεχτείτε να εισακούσετε το αίτημά μου
pedirei a Deus por si
θα παρακαλέσω το Θεό για σας
3.
ζητώ, απαιτώ
o corpo está a pedir-me descanso
το κορμί μου μού ζητάει ξεκούραση
pedir fiança
απαιτώ μια εγγύηση
4.
παραγγέλλω
o livro teve que ser pedido para o Porto
χρειάστηκε να παραγγελθεί το βιβλίο στο Πόρτο
telefonei ao fornecedor para pedir um tinteiro
πήρα τηλέφωνο τον προηθευτή για να παραγγείλω ένα δοχείο μελάνης
5.
ζητώ, θέλω
pedem 100 euros pelo casaco
θέλουν 100 ευρώ για το σακάκι
pedem de mais pela casa
ζητούν πολλά για το σπίτι
6.
θέλω, χρειάζομαι
estas calças estão a pedir reforma
αυτό το παντελόνι θέλει πέταμα
o miúdo está a pedir um corretivo
το πιτσιρίκι χρειάζεται ένα χέρι ξύλο
verbo intransitivo
επαιτώ, ζητιανεύω, διακονεύω
um desempregado que anda a pedir
ένας άνεργος που διακονεύει
pedir a mão (de alguém)
ζητώ το χέρι (κάποιου)
pedir a palavra
ζητώ το λόγο
pedir contas (a alguém)
ζητώ λογαριασμό (σε κάποιον)
irónico pedir muito
ζητώ πολλά
Porto Editora – pedir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 04:00:42]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
pedido de fundos
αίτηση για χρηματικό πoσσ, πρόσκληση για κεφάλαια
pedido de notificação
αίτηση κοινοποίησης
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
pedido de revisão
αίτηση αναθεωρήσεως
pedido de anulação / recurso de anulação
αίτημα ακύρωσης, προσφυγή ακυρώσεως
ATIVIDADE POLÍTICA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
pedido de homologação CE
έγκριση τύπου ΕΚ
VER +