pelejar

pe.le.jar
pələˈʒar
verbo intransitivo
παλεύω, μάχομαι, πολεμώ
pelejaram valorosamente, mas foram derrotados
πολέμησαν γενναία, αλλά ηττήθηκαν
verbo transitivo
1.
figurado παλεύω [por, για], μάχομαι [por, για]
pelejar pela igualdade de todos os cidadãos
μάχομαι για την ισότητα όλων των πολιτών
2.
figurado παλεύω [contra, ενάντια σε], μάχομαι [contra, ενάντια σε]
pelejar contra o fascismo
παλεύω ενάντια στο φασισμό
3.
figurado πολεμώ [por, να], πασχίζω [por, να]
a raposa pelejava por se soltar da armadilha
η αλεπού πολεμούσε να ελευθερωθεί από την παγίδα
Porto Editora – pelejar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 09:52:12]. Disponível em