percorrer

per.cor.rer
pərkuˈʀer
verbo transitivo
2.
διανύω, διατρέχω
percorremos cinquenta quilómetros
διανύσαμε πενήντα χιλιόμετρα
percorrer as dunas dum deserto
διανύω τους αμμόλοφους μιας ερήμου
percorrer um caminho
διατρέχω ένα δρόμο
percorreste uma distância menor do que eu
διήνυσες μικρότερη απόσταση από μένα
percorri um oitavo da distância
διέτρεξα το ένα όγδοο της απόστασης
3.
διατρέχω
o seu olhar percorreu a sala
το βλέμμα του διέτρεξε την αίθουσα
percorreu rapidamente a página com os olhos
διέτρεξε γρήγορα τη σελίδα με το βλέμμα του
4.
περνώ
percorreu uma a uma as patentes de oficial
πέρασε μια-μια τις βαθμίδες του αξιωματικού
5.
διατρέχω, διαπερνώ
a tristeza percorreu todo o seu ser
η θλίψη τον διαπέρασε σύγκορμα
percorreu-o uma vaga de alegria
τον διάπερασε ένα κύμα χαράς
um calafrio percorreu-lhe todo o corpo
ένα σύγκρυο διέτρεξε όλο του το κορμί
Como referenciar: Porto Editora – percorrer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 19:09:56]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
comprimento percorrido
μήκος διαδρομής
TRANSPORTES
mecanização do azimute percorrido
σύνθετος καθορισμός αζιμουθίου, υπολογισμός αζιμουθίου από πολλές πηγές
TRANSPORTES, INDÚSTRIA
conta-quilómetros / indicador da distância percorrida / totalizador de caminho percorrido
δείκτης της απόστασης που διανύθηκε, δρομόμετρο, μετρητής διανυόμενων αποστάσεων, χιλιομετρητής
VER +