perturbar

per.tur.bar
pərturˈbar
verbo transitivo
1.
διαταράσσω, διασαλεύω
aquilo perturbou a confiança das pessoas
εκείνο το πράγμα διασάλευσε την εμπιστοσύνη του κόσμου
facto que nos perturbou a tranquilidade doméstica
γεγονός που διατάραξε την οικιακή μας γαλήνη
perturbar o curso normal dos acontecimentos
διαταράσσω την κανονική ροή των γεγονότων
2.
ταράζω, αναστατώνω
aquelas acusações injustas perturbaram-me muito
εκείνες οι άδικες κατηγορίες με τάραξαν πολύ
3.
διαταράσσω
algo perturbou o seu equilíbrio psíquico
κάτι διατάραξε την ψυχική του ισορροπία
4.
ενοχλώ
desculpe, não pretendia perturbá-lo
συγγνώμη, δεν ήταν πρόθεσή μου να σας ενοχλήσω
os miúdos perturbam-te?
τα παιδιά σε ενοχλούν;
perturbar (alguém) com ditos arreliadores
ενοχλώ (κάποιον) με πειραχτικά λόγια
5.
ταράζω
as suas vozes perturbaram o sossego da noite
οι φωνές τους τάραξαν την ηρεμία της νύχτας
não quis perturbar os seus pensamentos
δεν θέλησα να ταράξω τις σκέψεις του
6.
φέρω σε αμηχανία, σαστίζω
aquela pergunta perturbou-me
εκείνο το ερώτημα μ' έφερε σε αμηχανία
Porto Editora – perturbar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 22:34:55]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ECONOMIA, CIÊNCIAS
processo harmónico perturbado
διαταραγμένη αρμονική διαδικασία
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
negro perturbado
ανομοιομορφία μέλανος
INDÚSTRIA
condutor perturbado
διαταρασσόμενος αγωγός