Campanha de Aniversário da Escola Virtual
pi.e.gasˈpjɛɡɐʃ
adjetivo invariável
1.
coloquial, depreciativo δακρύβρεχτος, αισθηματολογικός, γλυκανάλατος
o enredo piegas de uma telenovela
η δακρύβρεχτη πλοκή μιας τηλεοπτικής σειράς
2.
coloquial, depreciativo μυγιάγγιχτος, λεπτεπίλεπτος, μαλθακός
um miúdo um tanto piegas, que chora por tudo e por nada
ένα κάπως μυγιάγγιχτο παιδί, που κλαίει για το τίποτα
nome de 2 géneros e 2 números
1.
coloquial, depreciativo αισθηματολόγος masculino , συναισθηματίας masculino
olha a piegas, ficou toda comovida com as supostas misérias que o outro lhe contou!
κοίτα την, την αισθηματολόγα, συγκινήθηκε πολύ με τα υποτιθέμενα βάσανα που της διηγήθηκε ο άλλος!
2.
coloquial, depreciativo μυγιάγγιχτος masculino
aquele piegas foi logo fazer queixa à mãe!
εκείνος ο μυγιάγγιχτος πήγε αμέσως και παραπονέθηκε στη μαμά του!
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – piegas no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-01-28 11:03:46]. Disponível em