pisar

pi.sar
piˈzar
verbo transitivo
1.
πατώ
chorou, quando tornou a pisar o solo pátrio
έκλαψε, όταν πάτησε πάλι το πάτριο έδαφος
não deves pisar a relva
δεν πρέπει να πατάς το γρασίδι
não posso pisar este risco
δεν πρέπει να πατήσω αυτή τη γραμμή
perdão! pisei-o sem querer!
συγγνώμη! σας πάτησα άθελά μου!
pisar o pé (de alguém)
πατώ το πόδι (κάποιου)
2.
πατώ, συνθλίβω
pisar azeitona
πατώ ελιές
pisar uvas num lagar
πατώ σταφύλια σε πατητήρι
3.
κοπανίζω, κοπανώ
pisar cereais
κοπανώ σιτηρά
pisar um dente de alho
κοπανώ μια σκελίδα σκόρδου
4.
πατώ, πιέζω
pisou o acelerador a fundo
πάτησε τέρμα το γκάζι
5.
μωλωπίζω
o murro pisou-lhe um olho
η μπουνιά μωλώπισε το ένα του μάτι
pisar um dedo/uma perna
μωλωπίζω ένα δάχτυλο/πόδι
6.
figurado ποδοπατώ
não permito que ninguém me pise
δεν επιτρέπω σε κανέναν να με ποδοπατήσει
pisar (alguém) para conseguir (alguma coisa)
ποδοπατώ (κάποιον) για να πετύχω (κάτι)
7.
figurado καταπνίγω, καταστέλλω
de momento, teve que pisar aquele desejo
προς το παρόν, υποχρεώθηκε να καταπνίξει εκείνη την επιθυμία του
8.
figurado αναμασώ
torna-se aborrecido, porque anda sempre a pisar as mesmas questões
γίνεται ενοχλητικός, διότι αναμασάει συνέχεια τα ίδια θέματα
figurado pisar o risco
ξεπερνώ τα όρια
ele pisou o risco ao tomar a decisão sem me consultar
αυτός ξεπέρασε τα όρια όταν πήρε την απόφαση χωρίς να με συμβουλευτεί
figurado pisar os calos
πατώ τον κάλο (κάποιου)
Porto Editora – pisar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 02:29:22]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pisa na vinha
έκθλιψη σταφυλιών στον αμπελώνα
INDÚSTRIA
porta de piso
είσοδοι φρέατος
piso de tráfego intenso
όροφος με έντονη κίνηση
indicador de posição / indicador em piso
εξωτερική ένδειξη της θέσεως του θαλαμίσκου
PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO, INDÚSTRIA
piso ao nível do solo
ισόγειο δάπεδο ψυγείου
VER +