porfiar

por.fi.ar
purˈfjar
verbo intransitivo
1.
διαπληκτίζομαι [com, με]
ele porfiou com o amigo por uma coisa sem importância
αυτός διαπληκτίστηκε με τον φίλο του για ασήμαντο λόγο
2.
συναγωνίζομαι [com, -]
porfiar (com alguém) por um lugar no pódio
συναγωνίζομαι (κάποιον) για μια θέση στο βάθρο
porfiava com o colega, a ver quem tirava melhores notas
συναγωνιζόταν το συμμαθητή του, ποιος θα είχε τους καλύτερους βαθμούς
3.
επιμένω [em, σε]
porfiar na mentira
επιμένω στο ψέμα
sempre porfiou em progredir na vida
ανέκαθεν επέμενε στο να πάει μπροστά στη ζωή του
(provérbio) quem porfia mata caça
ο επιμένων νικά
Porto Editora – porfiar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 10:39:42]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
malha do cabo de porfio
μάτια στο σχοινί πλάγιας ενίσχυσης
costura de reunião / porfio reforçado
δέσιμο, ενισχυτική ραφή, ραφή, ραφή συναρμολόγησης
cabo de porfio
γραντί ραφής, πλευρική νεύρωση, σχοινί ραφής
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
costura mediana de um saco duplo / porfio mediano do saco duplo geminado
ενδιάμεση ραφή ενός σάκκου-παντελόνι, μεσαία ραφή σάκου-παντελόνι