pouco

pouca
pou.co
ˈpo(w)ku
determinante indefinido
superlativo simples: pouquíssimo
λίγος, λιγοστός, ελάχιστος
ele tem poucas necessidades materiais
αυτός έχει ελάχιστες υλικές ανάγκες
esta lâmpada dá pouca luz
αυτή η λάμπα δίνει λίγο φως
esta solução apresenta poucas vantagens
αυτή η λύση παρουσιάζει λίγα πλεονεκτήματα
este relatório possui poucos detalhes
αυτή η αναφορά έχει λίγες λεπτομέρειες
eu tenho pouco tempo
εγώ έχω ελάχιστο χρόνο
família de poucos recursos
οικογένεια με λιγοστούς πόρους
naqueles sítios, as povoações eram poucas
σ' εκείνα τα μέρη, οι οικισμοί ήταν ελάχιστοι
poucas pessoas sabem isso
λίγοι άνθρωποι το ξέρουν αυτό
poucos deputados obstaram à votação do projeto de lei
ελάχιστοι βουλευτές έφεραν αντίρρηση στην ψήφιση του νομοσχεδίου
um alimento com poucas calorias
ένα τρόφιμο με λίγες θερμίδες
pronome indefinido
λίγος, ελάχιστος
aquela macieira dá muitas maçãs, mas esta dá poucas
εκείνη η μηλιά δίνει πολλά μήλα, αλλά αυτή δίνει λίγα
ele não tem muitos amigos, tem poucos
αυτός δεν έχει πολλούς φίλους, έχει λίγους
advérbio
1.
λίγο
escreveu pouco mais de uma página
έγραψε λίγο περισσότερο από μια σελίδα
hoje, comeste pouco
σήμερα, έφαγες λίγο
2.
ελάχιστα, πολύ λίγο
a explicação dele foi pouco inteligível
η εξήγησή του ήταν ελάχιστα κατανοητή
agiu de maneira pouco elegante
ενήργησε με ελάχιστα κομψό τρόπο
aqui, o peixe pica pouco
εδώ, τα ψάρια τσιμπούν πολύ λίγο
ele pega-se pouco às pessoas
αυτός δένεται ελάχιστα με τους ανθρώπους
este tomate está pouco maduro
αυτή η ντομάτα είναι ελάχιστα ώριμη
o emprego de meios pouco lícitos
η μεταχείριση ελάχιστα θεμιτών μέσων
pouco me importa a perturbação do clima de concórdia
ελάχιστα με νοιάζει η διατάραξη του κλίματος ομόνοιας
trabalha pouco, é muito molengão
δουλεύει ελάχιστα, είναι πολύ τεμπέλης
uma história fantasiosa, que corresponde pouco à realidade
μια ευφάνταστη ιστορία, που ελάχιστα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
nome masculino
1.
λίγο neutro
a brisa sempre modera um pouco o calor
το αεράκι μετριάζει έστω λίγο τη ζέστη
conceda-me um pouco do seu tempo
παραχωρήστε μου λίγο από τον χρόνο σας
desfez a farinha num pouco de água
διέλυσε το αλεύρι σε λίγο νερό
o pouco que posso, vou-o fazendo
το λίγο που μπορώ, το κάνω
2.
λίγο neutro , λιγάκι neutro
espera um pouco!
περίμενε λιγάκι!
o tempo compôs-se um pouco
ο καιρός διορθώθηκε λιγάκι
3.
λίγα neutro,plural , ελάχιστα neutro,plural , λιγοστά neutro,plural , πολύ λίγα neutro,plural
ele sabe pouco de matemática
αυτός ξέρει ελάχιστα από μαθηματικά
herdou pouco dos pais
κληρονόμησε πολύ λίγα από τους γονείς του
o pouco que eu sei não é suficiente
τα ελάχιστα που ξέρω δεν αρκούν
o pouco que tenho basta-me
τα λίγα που έχω μου επαρκούν
ter pouco que fazer
έχω ελάχιστα να κάνω
4.
λίγο neutro , στάλα feminino , σταλιά feminino
a sopa precisa de um pouco de sal
η σούπα θέλει λίγο αλάτι
um pouco de humor é sempre útil
μια στάλα χιούμορ είναι πάντα χρήσιμη
5.
plural λίγοι, ελάχιστοι
poucos acham isso
ελάχιστοι το πιστεύουν αυτό
poucos entenderam a gravidade da situação
λίγοι κατανόησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης
aos poucos
λίγο-λίγο, κούτσα-κούτσα
aos poucos, ia arrojando o baú
λίγο-λίγο, έσερνε το μπαούλο
daí a pouco
σε λίγο (από τότε)
daqui a pouco
σε λίγο (από τώρα)
fazer pouco (de alguém)
κοροϊδεύω/χλευάζω (κάποιον)
há pouco (tempo)
πριν λίγο καιρό, λίγο καιρό πριν
por pouco
παρά λίγο να, λίγο έλειψε να
por pouco ia caindo no laço
παρά λίγο να πέσει στην παγίδα
por pouco que
όσο λίγο κι αν
por pouco que estude, sempre se há de lembrar de alguma coisa
όσο λίγο κι αν διαβάσει, κάτι θα θυμάται
por um pouco
παρά λίγο
poucas vezes
λίγες/ελάχιστες φορές, σπάνια
(comboios) pouca terra, pouca terra
τσαφ-τσουφ
pouco a pouco/a pouco e pouco
σιγά-σιγά, λίγο-λίγο
a pouco e pouco, as sombras iam-se alongando
σιγά-σιγά, οι σκιές μάκραιναν
pouco depois
λίγο αργότερα, μετά από λίγο
o acidente deu-se pouco depois
το ατύχημα έγινε λίγο αργότερα
pouco mais ou menos
κατά προσέγγιση, κατά το μάλλον ή ήττον
pouco se me/te/etc. dar
ελάχιστα με/σε/κλπ. ενδιαφέρει
pouco se lhe dava se assim nós ficámos mal vistos
ελάχιστα τον ενδιέφερε αν έτσι δεν θα μας έβλεπαν με καλό μάτι
ter pouco de seu
έχω ελάχιστους πόρους
uns poucos de
μερικοί
uns poucos de dias
μερικές μέρες
Porto Editora – pouco no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 21:39:17]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
criação de vitelos com pouco leite completo
εκτροφή μόσχων με ολίγο πλήρες γάλα
sementeira pouco profunda
επιφανειακή σπορά, σπορά σε μικρό βάθος
injetor pouco profundo
εγχυτήρας μικρού βάθους
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
autópsia pouco pormenorizada / necropsia pouco pormenorizada
μακροσκοπική νεκροψία
CIÊNCIAS
água oligotrófica muito pouco mineralizada
ολιγοτροφικά ύδατα με ελάχιστα μεταλλικά άλατα
depressão pouco cavada
αβαθές χαμηλό, αβαθής ύφεση
céu pouco nublado
ουρανός λίγο νεφελώδης
VER +