poupar

pou.par
po(w)ˈpar
verbo transitivo
2.
εξοικονομώ
assim, poupas tempo
έτσι, θα εξοικονομήσεις χρόνο
desta maneira poupamos 30 euros por semana
έτσι εξοικονομούμε 30 ευρώ την εβδομάδα
é necessário pouparem-se fundos
είναι αναγκαίο να εξοικονομηθούν πόροι
poupar água e luz
εξοικονομώ νερό και ηλεκτρικό
poupou o mais possível as suas forças
εξοικονόμησε όσο γινόταν περισσότερες δυνάμεις
3.
γλιτώνω
a vinda dele poupou-me de ter de me deslocar a sua casa
ο ερχομός του με γλίτωσε από το να χρειαστεί να μεταβώ στο σπίτι του
ele poupou da sova o irmão mais novo
αυτός γλίτωσε το μικρό αδελφό του από το ξυλοδαρμό
o bom senso poupou-nos de consequências ainda mais graves
η σύνεση μας γλίτωσε από ακόμα πιο σοβαρές επιπτώσεις
4.
χαρίζω
pediu ao rei que lhe poupasse a vida
ικέτευσε το βασιλιά να του χαρίσει τη ζωή
5.
γλιτώνω [a, -]
é melhor poupares a todos nós as tuas observações mordazes
καλύτερα να γλιτώσεις όλους εμάς από τις δηκτικές παρατηρήσεις σου
não faz nada para poupar mais despesas aos pais
δεν κάνει τίποτα για να γλιτώσει τους γονείς του από περισσότερα έξοδα
poupar desgostos/esforços (a alguém)
γλιτώνω (κάποιον) από πίκρες/κόπους
6.
φυλάω
devias poupar os olhos!
θα έπρεπε να φυλάς τα μάτια σου!
o marido poupa-a a todas as situações desagradáveis
ο άντρας της την φυλάει από κάθε δυσάρεστη κατάσταση
o remédio poupava-o de uma eventual pioria
το φάρμακο τον φυλούσε από ενδεχόμενη επιδείνωση
7.
λυπάμαι, φείδομαι literário
a morte não poupa ninguém
ο θάνατος δεν λυπάται κανένα
a onda de ódio não poupou sequer as crianças
το κύμα μίσους δεν λυπήθηκε ούτε καν τα παιδιά
teve sorte, pois a peste poupou-o
ήταν τυχερός, καθώς η πανώλη τον λυπήθηκε
8.
δεν φθείρω
este detergente poupa a roupa
αυτό το απορρυπαντικό δεν φθείρει τα ρούχα
verbo intransitivo
1.
αποταμιεύω, κάνω οικονομίες
anda a poupar para a velhice
κάνει οικονομίες για τα γεράματα
poupar assim em excesso é avareza
το να αποταμιεύεις έτσι υπερβολικά είναι τσιγγουνιά
2.
κάνω οικονομία [em, σε]
nós poupamos na alimentação
εμείς κάνουμε οικονομία στο φαγητό
Como referenciar: Porto Editora – poupar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 14:17:17]. Disponível em