próprio

própria
pró.pri.o
ˈprɔprju
adjetivo
1.
δικός μου
ela cuida dos próprios interesses
αυτή φροντίζει τα δικά της συμφέροντα
em teu próprio benefício
προς δικό σου όφελος
eu tenho o meu próprio quarto
εγώ έχω το δικό μου δωμάτιο
nunca nega os próprios erros
ποτέ δεν αποποιείται τα δικά του λάθη
2.
ίδιος, προσωπικός
comprar (uma coisa) para consumo próprio
αγοράζω (κάτι) για προσωπική κατανάλωση
por iniciativa própria
με ιδία πρωτοβουλία
projetar sentimentos próprios numa outra pessoa
προβάλλω ίδια συναισθήματα σε άλλο άτομο
3.
ιδιόκτητος
casa própria
ιδιόκτητο σπίτι
o prédio dispõe de estacionamento próprio
η πολυκατοικία διαθέτει ιδιόκτητο πάρκινγκ
4.
ειδικός
acomodou o bebé na cadeira própria
βόλεψε το μωρό στο ειδικό καρεκλάκι
5.
κατάλληλος
agulha própria para a perfuração das orelhas
βελόνα κατάλληλη για το τρύπημα των αυτιών
no momento próprio
την κατάλληλη στιγμή
substâncias próprias para cloroformização
ουσίες κατάλληλες για χλωροφόρμιση
utensílio próprio para escumação
σκεύος κατάλληλο για το ξάφρισμα
6.
ακριβής, κατάλληλος
falar utilizando os termos próprios
μιλώ χρησιμοποιώντας τους ακριβείς όρους
7.
ιδιαίτερος
povo que se particulariza por características próprias
λαός που διαφοροποιείται λόγω ιδιαίτερων χαρακτηριστικών
8.
χαρακτηριστικός
o sabor próprio do sal
η χαρακτηριστική γεύση του αλατιού
substância com cheiro próprio
ουσία με χαρακτηριστική μυρωδιά
tem uma maneira muito própria de se exprimir
έχει πολύ χαρακτηριστικό τρόπο να εκφράζεται
9.
ταιριαστός
comportamento próprio de gente incivilizada
συμπεριφορά ταιριαστή σε απολίτιστους ανθρώπους
costume mais próprio dos países nórdicos
συνήθεια πιο ταιριαστή με τις σκανδιναβικές χώρες
mentalidade mais própria da Idade Média
νοοτροπία πιο ταιριαστή με το Μεσαίωνα
um ato mesquinho, próprio de um cobarde
μια χαμερπής πράξη, ταιριαστή με κάποιον μικρόψυχο
10.
κυριολεκτικός
o sentido próprio e o sentido figurado de uma palavra
η κυριολεκτική και η μεταφορική έννοια μιας λέξης
11.
GRAMÁTICA κύριος
"Atenas" é um nome próprio
"Αθήνα" είναι ένα κύριο όνομα
determinante demonstrativo
ίδιος
a mim própria
σε μένα την ίδια
apresentou-se ele próprio ao dono da casa
αυτοσυστήθηκε ο ίδιος στον οικοδεσπότη
até o próprio professor se admirou
ακόμα και ο ίδιος ο καθηγητής παραξενεύτηκε
eu próprio
εγώ ο ίδιος
foi o próprio ministro que os indicou para membros da comissão
ο ίδιος ο υπουργός τους διόρισε ως μέλη της επιτροπής
levei-o ao quarto, para que ele visse pelos seus próprios olhos que...
τον πήγα στο δωμάτιο, για να δει με τα ίδια του τα μάτια ότι...
o meu próprio filho
ο ίδιος ο γιος μου
pronome demonstrativo
ίδιος
é o próprio!
είμαι ο ίδιος!
fala a própria?
μιλάει η ίδια;
nome masculino
1.
χαρακτηριστικό neutro , ιδίωμα neutro
o próprio de gente sensata é pensar duas vezes
το χαρακτηριστικό των συνετών ανθρώπων είναι πάντα να καλοσκέφτονται
2.
αγγελιαφόρος
mandou um próprio com a mensagem
έστειλε έναν αγγελιαφόρο με το μήνυμα
comigo/contigo/consigo/etc. próprio
μέσα μου/σου/του/κλπ.
MATEMÁTICA fração própria
γνήσιο κλάσμα
por mim/ti/si/etc. próprio
από μόνος μου/σου/του/κλπ.
próprio para consumo
κατάλληλος προς κατανάλωση
Porto Editora – próprio no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 00:44:35]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
vinho próprio para a preparação de vinho de mesa
κρασί κατάλληλο για επιτραπέζια ποικιλία
próprio para a alimentação humana
κατάλληλο για την ανθρώπινη διατροφή
vinagre próprio para consumo
βρώσιμο ξύδι
ATIVIDADE POLÍTICA
controlo no próprio local / fiscalização no próprio local
επιτόπιος έλεγχος, επιτόπου έλεγχος
ATIVIDADE POLÍTICA, INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
estabelecimento com licença de venda de bebidas a consumir no próprio local
άδεια πωλήσεως ποτών για επιτόπου κατανάλωση
VER +