prender

pren.der
prẽˈder
verbo transitivo
1.
δένω
fez um nó forte para prender bem a corda
έκανε ένα γερό κόμπο για να δέσει καλά το σχοινί
libertei o cão da corrente que o prendia
απελευθέρωσα το σκυλί από την αλυσίδα που το έδενε
prendeu o anzol à ponta da linha
έδεσε το αγκίστρι στην άκρη της μεσινέζας
tentou alargar um pouco as cordas que o prendiam
προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο τα σκοινιά που τον έδεναν
2.
πιάνω
prendeu a resma de folhas com um cordel
έπιασε τη δεσμίδα των φύλλων μ' ένα σπάγκο
prendi a bainha com alfinetes, antes de a coser
έπιασα το στρίφωμα με καρφίτσες, προτού το ράψω
3.
στερεώνω
fortes raízes prendiam a árvore ao solo
γερές ρίζες στερέωναν το δέντρο στο έδαφος
prendeu as calças com o cinto
στερέωσε το παντελόνι με τη ζώνη
prendeu bem a roupa da cama
στερέωσε καλά τα σκεπάσματα
4.
δένω, μαζεύω
é melhor prenderes o cabelo
καλύτερα να δέσεις τα μαλλιά σου
prende-me lá essas melenas!
μάζεψε πια τη μαλλούρα σου!
5.
συγκρατώ
prender a respiração
συγκρατώ την αναπνοή
puseram sacos de areia para prender as águas da cheia
έβαλαν σακιά άμμο για να συγκρατήσουν τα νερά της πλημμύρας
6.
συλλαμβάνω, φυλακίζω, πιάνω
a polícia prendeu alguns desordeiros
η αστυνομία συνέλαβε μερικούς ταραξίες
prenderam o cérebro da quadrilha
συνέλαβαν τον εγκέφαλο της συμμορίας
prender um criminoso
πιάνω έναν εγκληματία
7.
παραλύω
roupa apertada, que lhe prendia os movimentos
στενά ρούχα, που παρέλυαν τις κινήσεις του
8.
πιάνω, τυλίγω
prender (alguém) nos braços
πιάνω (κάποιον) στην αγκαλιά μου
9.
figurado καθηλώνω
a doença prendia-o em casa
η αρρώστια τον καθήλωνε σπίτι του
10.
figurado δένω [a, με], συνδέω [a, με]
eram sobretudo razões sentimentais que o prendiam àquela casa
ήταν κυρίως συναισθηματικοί λόγοι που τον συνέδεαν μ' εκείνο το σπίτι
mais do que os laços de sangue, era a amizade que a prendia à prima
περισσότερο από τους δεσμούς αίματος, η φιλία την έδενε με την εξαδέλφη της
11.
figurado κρατώ
já nada me prende aqui
τίποτα πια δεν με κρατάει εδώ
sentia-se bem ali, algo naquela terra o prendia
ένιωθε καλά εκεί, κάτι τον κρατούσε σ' εκείνο τον τόπο
12.
figurado αιχμαλωτίζω
o filme era bom, conseguiu prender-me a atenção
η ταινία ήταν καλή, κατάφερε να αιχμαλωτίσει την προσοχή μου
prender o interesse (de alguém)
αιχμαλωτίζω το ενδιαφέρον (κάποιου)
13.
figurado χασομερώ
não te prendo mais, deves ter coisas para fazer
δεν σε χασομερώ άλλο, μάλλον έχεις δουλειές να κάνεις
prender os intestinos
προκαλώ δυσκοιλιότητα
Porto Editora – prender no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:31:13]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
estaca para prender gado
πασσαλίσκος πρόσδεσης για ζώα
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
preso político / prisioneiro político
πολιτικός κρατούμενος
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
preso na terra
φρακαρισμένος καταδυόμενος κύλινδρος
VER +