pressentir

pres.sen.tir
prəsẽˈtir
verbo transitivo
προαισθάνομαι, διαισθάνομαι, μυρίζομαι coloquial, figurado
o cão pressentiu a chegada do dono
ο σκύλος προαισθάνθηκε την άφιξη του αφεντικού του
os animais da floresta pressentiram o fogo
τα ζώα του δάσους προαισθάνθηκαν την πυρκαγιά
pressenti que algo de importante estava para acontecer
διαισθάνθηκα ότι κάτι το σημαντικό επρόκειτο να γίνει
pressentir a aproximação da morte
διαισθάνομαι το πλησίασμα του θανάτου
pressinto aborrecimentos
μυρίζομαι μπελάδες
Porto Editora – pressentir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 13:24:48]. Disponível em