prever

pre.ver
prəˈver
verbo transitivo
1.
προβλέπω
como se previa, o comboio chegou atrasado
όπως προβλεπόταν, το τρένο έφτασε με καθυστέρηση
em larga medida, ele tinha previsto isso mesmo
σε μεγάλο βαθμό, αυτός είχε προβλέψει ακριβώς αυτό
prever a ascensão do preço do petróleo
προβλέπω την άνοδο της τιμής του πετρελαίου
prever as consequências de um ato
προβλέπω τις συνέπειες μιας πράξης
prevê-se aceleração do efeito de estufa
προβλέπεται επίσπευση του φαινομένου θερμοκηπίου
2.
προβλέπω, προλέγω, προφητεύω
prever o futuro
προλέγω το μέλλον
prever uma desgraça
προβλέπω μια συμφορά
3.
προβλέπω, φαντάζομαι
eu já estava a prever essa reação!
εγώ την είχα προβλέψει αυτή την αντίδραση!
4.
προβλέπω, προκαθορίζω
a lei prevê estes casos
ο νόμος προβλέπει αυτές τις περιπτώσεις
aplicar o que é previsto por lei
εφαρμόζω ό,τι προβλέπει ο νόμος
5.
προβλέπω, υπολογίζω [σε]
o orçamento prevê um aumento das receitas
ο προϋπολογισμός προβλέπει μια αύξηση των εσόδων
Porto Editora – prever no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 12:01:24]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
acontecimento político previsto
γνωστό πολιτικό χρονοδιάγραμμα
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
Protocolo Adicional à Carta Social Europeia prevendo um Sistema de Reclamações Coletivas
Πρόσθετο Πρωτόκολλο στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη που προβλέπει μηχανισμό συλλογικών αναφορών
DIREITO
deliberando de acordo com o procedimento previsto na artigo 189° B
αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 189Β
processo especial previsto nos artigos 103.° a 105.° do Tratado CEEA
ειδική διαδικασία των άρθρων 103 μέχρι 105 της Συνθήκης ΕΚΑΕ
fim do contrato antes do prazo previsto
πρόωρη λήξη της σύμβασης ενοποιημένης παρουσίας/franchise
VER +