proeza

pro.e.za
ˈprwezɐ
nome feminino
1.
κατόρθωμα neutro , ανδραγάθημα neutro , άθλος masculino , επίτευγμα neutro , μεγαλούργημα neutro , παλικαριά
fazer uma proeza
κάνω ένα ανδραγάθημα
narrar as proezas de um herói
αφηγούμαι τους άθλους ενός ήρωα
proeza de grande calibre
επίτευγμα μεγάλης ολκής
proeza que causa assombro
επίτευγμα που γεννά εμβροντησία
uma proeza que ficou lendária
ένα μεγαλούργημα που έγινε θρυλικό
2.
irónico κατόρθωμα neutro , άθλος masculino
aquele patife ficou conhecido por essas e outras proezas
εκείνος ο μασκαράς έγινε γνωστός γι' αυτά και άλλα κατορθώματα
Porto Editora – proeza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 03:36:20]. Disponível em