prolongar-se

verbo pronominal
1.
προεκτείνομαι, εκτείνομαι
a avenida prolonga-se ao longo dos cais
η λεωφόρος προεκτείνεται κατά μήκος των αποβαθρών
2.
παρατείνομαι, μακραίνω
a reunião prolongou-se mais do que o previsto
η συνάντηση παρατάθηκε περισσότερο από το προβλεπόμενο
3.
διαρκώ, τραβώ
até quando se prolongam as tuas férias?
μέχρι πότε διαρκούν οι διακοπές σου;
o diferendo prolonga-se há já muito tempo
η διαμάχη τραβάει εδώ και πολύ καιρό
4.
διαιωνίζομαι
quem tem filhos, prolonga-se neles
όποιος έχει παιδιά, διαιωνίζεται μέσω αυτών
Porto Editora – prolongar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 02:06:26]. Disponível em